• ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

«Στην στίλβουσα σιωπή του φάρου...»


Κριτική για την ταινία «Ο Φάρος» (Τhe Lighthouse, 2019)


Οι θαλασσόλυκοι κάνουν συχνά λόγο για μπουνάτσα, κατάσταση άπνοιας κατά την οποία τα βαπόρια εγκλωβίζονται, για ακαθόριστο διάστημα, σε φάση ακινησίας. Παγιδευμένοι σε ασάλευτους ωκεανούς, οι ναυτικοί κατακλύζονταν, με το πέρασμα των ημερών, από μία αίσθηση τρέλας και απόγνωσης, καταδικασμένοι να υπομείνουν τη μοίρα τους. Στο ‘’Φάρο’’, παρακολουθούμε δύο άνδρες απομονωμένους στη δική τους εκδοχή αυτού του εφιαλτικού φαινομένου... Σε μία βραχονησίδα, που τη λεηλατεί η ασταμάτητη κακοκαιρία και την κατασπαράζουν τα αδηφάγα κύματα. Αυτή η αποκοπή από τον έξω κόσμο έχει τρομακτικές συνέπειες στην ανθρωπιά τους, το λογικό τους και τις σωματικές και ψυχικές αντοχές τους.


Η ταινία εκτυλίσσεται στο φάρο ενός απομονωμένου νησιού της Νέας Αγγλίας, στα τέλη του 1890. Ο Ephraim Winslow, που ενσαρκώνει ο Robert Pattinson, έρχεται στο νησί για ένα μήνα ως μαθητευόμενος του ιδιότροπου και βωμολόχου φαροφύλακα Thomas Wake, υποδυόμενο από τον William (Willem) Dafoe. Ο νεαρός βοηθός σύντομα ανακαλύπτει το θάνατο του προκατόχου του και υποπτεύεται την πιθανή ανάμειξη του Wake σε αυτό. Ο τελευταίος, μία ζωντανή προέκταση του φάρου με σάρκα και οστά, που φλερτάρει επικίνδυνα με την τρέλα, υποβάλλει τον βοηθό του σε έντονη χειρωνακτική εργασία, ενώ αναλαμβάνει ο ίδιος αποκλειστικά και εμμονικά να ανταποκριθεί κάλεσμα του. «Εγώ φροντίζω το φως», δηλώνει. «Το φως είναι δικό μου».


Ο Winslow, καταδιωκόμενος από το δικό του σκοτεινό παρελθόν, φτάνει στην άλλη άκρη της γης για να ξεφύγει, όμως αρχίζει να κατακλύζεται από εφιαλτικές παραισθήσεις με φανταστικά θαλάσσια πλάσματα. Γρήγορα, η γραμμή μεταξύ αποκυημάτων του νου και πραγματικότητας λεπταίνει επικίνδυνα και οδηγεί τον νεαρό σε μία δίνη πρωτόγονων ενστίκτων, απόγνωσης και παράνοιας. Η δυναμική των δύο αντρών συνεχώς μεταβάλλεται από φιλική σε εχθρική, κυριαρχική σε συνεργατική και το αντίστροφο. Όσο περισσότερο αναμειγνύονται στη ρουτίνα, τόσο περισσότερο απομακρύνονται από την πραγματικότητα και εντείνεται η μεταξύ τους σχέση, ενώ τρομερά μυστικά αποκαλύπτονται με φόντο την απειλητική φιγούρα του φάρου, που ορθώνεται και παρατηρεί δίχως οίκτο.



Όπως ο Winslow ασφυκτιά μέσα στην ακαθόριστη ζάλη του και μοχθεί να αντιληφθεί τη διαφορά πραγματικού και ονείρου, έτσι και ο θεατής συνεχίζει να διερωτάται αν αυτό που αντικρίζει συμβαίνει όντως.

Τέσσερα χρόνια μετά το ''Τhe Witch''(2015), o Αμερικανός σκηνοθέτης Robert Εggers, έρχεται να δώσει πνοή σ’ένα έργο φολκλορικού τρόμου, χωρίς απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Αντίθετα, παίζει με την ιδέα του αν αυτός ο εφιάλτης που παραμονεύει βρίσκεται εντός του φάρου, εκτός αυτού ή πολύ απλά εντός των δύο πρωταγωνιστών, που βυθίζονται μαζί όλο και βαθύτερα στην παράνοια.


Όπως συνέβη και με το προηγούμενο του έργο, ο Εggers υφαίνει την ανατριχιαστική ιστορία του με μύθους και θρύλους φολκλορικής προέλευσης, χρησιμοποιώντας το παρελθόν ως νήμα για το δημιούργημα του στο σήμερα. Μια ανθρωπολογική ματιά που αυτή τη φορά μας φέρνει στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο κινηματογράφος του Eggers είναι φορτωμένος συμβολισμούς: σειρήνες που αντιπροσωπεύουν την πιο αυτοκαταστροφική ερωτική επιθυμία, γλάροι που λειτουργούν ως προειδοποιητικά σημάδια. Είναι γενναιόδωρος με τους μυθολογικούς του συμβολισμούς και τις μεταφορές του, ώστε να παρουσιάσει την ιστορία δύο ανθρώπων ως τις δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος, μέχρι η μεταξύ τους ρήξη να καταστεί αναπόφευκτη και να τους οδηγήσει σε μία κατάδυση στην αυτοκαταστροφή που εμπλουτίζει την ταινία σε ψυχολογικό επίπεδο.


Ο 36χρόνος σκηνοθέτης, σ’ένα ασπρόμαυρο πλάνο που του επιτρέπει να καταδυθεί στα νερά του υποσυνείδητου και των ονείρων, αντλεί ποικίλα στοιχεία από ναυτικούς θρύλους και έργα της κλασσικής λογοτεχνίας. Ο Φάρος, πέρα από αλμύρα, είναι έντονα νοτισμένος με επιρροές από Lovecraft, Edgar Allan Poe, και, φυσικά, Ηerman Melville(συγγραφέα του Moby Dick).



Εκτός από τις λογοτεχνικές, δε λείπουν και οι νύξεις σε σπουδαία κινηματογραφικά έργα, όπως στα ‘’Πουλιά’’ του Hitchcock, οι οποίες αναφορές δεν είναι αντιγραφή, αλλά σύνθεση μιας νέας εικόνας από έναν σκηνοθέτη που αναζητά τον εαυτό και τη φωνή του. Παράλληλα, ο Φάρος, παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με μια βουβή ταινία του γαλλικού κινηματογράφου, που κυκλοφόρησε σχεδόν έναν αιώνα πριν, με τίτλο ‘’ Τhe Lighthouse Keepers’’, του Jean Gremillon, που πραγματεύεται την ιστορία ενός ηλικιωμένου άντρα και του βοηθού του, που αναλαμβάνουν το καθήκον της φύλαξης ενός φάρου.



Το σενάριο της ταινίας, που υπογράφει ο ίδιος ο σκηνοθέτης με τον αδερφό του, Max, αποτίνει φόρο τιμής σε θαλάσσιους θρύλους και ναυτική ορολογία, που μεταφέρει το θεατή πιστά στον κόσμο και το χρόνο της ιστορίας, σ’ένα αποκομμένο νησάκι του 19ου αιώνα. Ο αέρας που στριγκλίζει, οι πνιχτές κραυγές των γλάρων, οι διάφοροι απόκοσμοι ήχοι που προέρχονται από τη θάλασσα δημιουργούν μία απόκοσμη και στοιχειωμένη ατμόσφαιρα, που γίνεται ακόμα πιο δυσοίωνη όταν την κακοφωνία αυτή συμπληρώνει μουσικά ο Mark Korven.


Η ταινία έχει κινηματογραφραφηθεί σε ασπρόμαυρο φιλμ 35 χιλιοστών και σε κάδρο 1.19:1 (δηλαδή πιο τετραγωνισμένο από συνήθως), που δημιουργεί στο θεατή μία αίσθηση περιορισμού και καταπίεσης που δένει με την ατμόσφαιρα του έργου και κεντρίζει την προσοχή στους δύο πρωταγωνιστές. Ο Εggers και ο εξαιρετικός διευθυντής φωτογραφίας, Jarin Blaschke, δε σταματούν όμως εδώ, αλλά επιστρατεύονται φακούς και κάμερες της δεκαετίας του ’10 και του ’30, κατορθώνοντας έτσι να δώσουν μια ιδιαίτερη ‘’υφή’’ στην εικόνα, απαραίτητο στοιχείο για να μας μεταφέρει ρεαλιστικά στην εποχή της δράσης, δύο αιώνες πίσω.


Δεν είναι, λοιπόν, διόλου τυχαίο που η ταινία είναι υποψήφια για Όσκαρ άλλα και για βραβείο ΒΑFTA στην κατηγορία καλύτερης φωτογραφίας. Το καλοκαίρι, μάλιστα, απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας (FIPRESCI) από τη Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ έχει διακριθεί σε διάφορα φεστιβάλ ανεξαρτήτων ταινιών ανά τις ΗΠΑ, αντλώντας διθυραμβικές κριτικές όχι μόνο για τη σκηνοθεσία, αλλά και για την αξιομνημόνευτη ερμηνεία των δύο ηθοποιών, Pattinson και Dafoe.


Ο Pattinson, τα τελευταία χρόνια, μετά την επιτυχία του Twilight, έχει στραφεί προς ανεξάρτητες παραγωγές και χρησιμοποιεί την αναγνωρισιμότητα του για την προώθηση σπουδαίων, αλλά λιγότερο γνωστών σκηνοθετών, αποφεύγοντας τις χολιγουντιανές παραγωγές, ενώ προσφάτως τον θαυμάσαμε στην ταινία ‘’Ηigh Life’’, στο πλάι της Ζιλιέτ Μπινός.



Ο Dafoe, αδιαμφισβήτητα ένας από τους πιο ταλαντούχους εν ενεργεία ηθοποιούς των ημερών μας, διαλέγει τα πρότζεκτ του ανάλογα με την πλοκή και το ταλέντο του σκηνοθέτη, χωρίς να υπολογίζει την ακτινοβολία και το κέρδος που θα του αποφέρει η ταινία. Επιβεβαιώνει, μάλιστα, πως ο ίδιος και ο Eggers θα δουλέψουν ξανά μαζί στην ταινία ‘’The Northman’’, υποδηλώνοντας την πίστη του στις μοναδικές δυνατότητες του νεαρού σκηνοθέτη.



Το ασυναγώνιστο ταλέντο των ηθοποιών διαφαίνεται καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, με παρανοϊκούς μονολόγους και εκρηκτικά συναισθηματικά ξεσπάσματα.

Ο Pattinson στέκεται επάξια στο ύψος του Dafoe και μόνοι, οι δυο τους, συνθέτουν ένα μακάβριο και ασφυκτικό κόσμο που κυριαρχεί ο παραλογισμός, η κλειστοφοβία και το απόκοσμο, με την ένταση να κλιμακώνεται, όπως η ένταση των ερμηνειών τους.

Η ανατριχιαστική και ζοφερή ιστορία που πλάθει ο Eggers, λόγω της ιδιάζουσας φύσης της, δεν επιδιώκει να ελκύσει ένα ευρύτατο δημογραφικό. Δεν ψάχνει να τέρψει και να καλέσει το θεατή, εκτός αν ο ίδιος ενδιαφέρεται και έχει ήδη εντυπωσιαστεί. Η ζοφερή ατμόσφαιρα καλύπτεται με δόσεις μαύρου χιούμορ, που κάνουν πιο εύπεπτο στο θεατή να παρακολουθήσει το βύθισμα των πρωταγωνιστών στο έρεβος της τρέλας, χωρίς να γελοιοποιήσουν το υπνωτιστικό αυτό διήγημα τρόμου. Έτσι, ένας σινεφίλ θα τη λατρέψει, ενώ μπορεί να αποβεί κάπως μονότονη για κάποιον που δεν ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους ταινίες.


Παρά την απήχηση που θα έχει στο ευρύ κοινό, είναι σίγουρο πως το έργο αυτό θα μελετηθεί τα επόμενα χρόνια και θα λειτουργήσει ως πρότυπο για τους μελλοντικούς σκηνοθέτες που θέλουν να ζωντανέψουν αριστοτεχνικά μια ιστορία.



Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: είναι οι Winslow και Wake στη κόλαση, ή καθ’οδόν;

Απειλούνται πράγματι από τις γοργόνες και τα θαλάσσια κτήνη που φαντάζονται; Ή μήπως απλώς ο Eggers εξερευνά την εφιαλτική μανία της απομόνωσης, τις ζωώδεις ορμές που αναδύονται από την μοναξιά και την τρομακτική διαστρέβλωση της πραγματικότητας που μπορεί η τελευταία να προκαλέσει, βυθίζοντας κάποιον στην άβυσσο της παραφροσύνης;

Αυτά ακριβώς τα ερωτήματα μάς καλεί -με δική μας ευθύνη- ο σκηνοθέτης να αναλογιστούμε.


Η ταινία κάνει την πρεμιέρα της στις ελληνικές αίθουσες στις 30 Ιανουαρίου.


Πηγή εικόνων: Studio A24

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png