• GUEST WRITER

Πάσχα μετά μουσικής

του Φώτη Λούκα


Πηγή φωτογραφίας: www.in2life.gr

Είχαμε στριμωχτεί στο αυτοκίνητο του πατέρα μου και δεν βλέπαμε την ώρα για να φτάσουμε. Όχι τόσο για να δούμε τα σόγια μας στο χωριό, όσο για να τελειώσει αυτός ο ατελείωτος, βαρετός δρόμος. Μπροστά, η μάνα μου έκανε τον «συγκυβερνήτη» του πατέρα μου, και ταυτόχρονα ασχολιόταν με όλα τα θέματα, που εγώ και η αδερφή μου, στο πίσω κάθισμα, δεν είχαμε καμιά όρεξη ν’ ακούσουμε.


-«Παιδιά, να, φτάνουμε στη Λυκοποριά! Θυμάστε, παιδιά τη Λυκοποριά που σταματούσαμε παλιά με το λεωφορείο για σουβλάκια;»


Η αδερφή μου μισοκοιμόταν ή έκανε πως κοιμάται και εγώ ήμουν χωμένος στις σελίδες ενός «μικρού σερίφη».

Η ερώτηση έμενε αναπάντητη για κάποιο διάστημα,


-...Οι μικροί καμπόϊδες θα σε φάνε εσένα...

-Σερίφηδες μαμά. Σερίφηδες!.


Μετά από σχετικό διάλειμμα με νηστίσιμα, για ανανέωση του κυκλοφορικού μας και σύντομο οπτικοακουστικό έλεγχο του αυτοκινήτου, με μερικές κλοτσιές στα λάστιχα, συνεχίσαμε προς την εύφορη Ηλεία, όπου μας περίμενε ένα τεράστιο κι αγαπημένο σόι. Τέσσερα αδέρφια της μάνας μας και μια αδερφή και φυσικά η γιαγιά μας και ο παππούς μας κι ένα τσούρμο, μικρότερα ξαδέρφια, που χρόνο με το χρόνο γίνονταν όλο και περισσότερα.


Επικρατούσε ένας πανζουρλισμός στο σπίτι, τουλάχιστον μόλις φτάσαμε, όμως, λίγο μετά, η γιαγιά μας θύμισε ότι πρέπει να είμαστε σιωπηλοί, λιγομίλητοι και θλιμμένοι αυτή την εμβδομάδα. Δεν ήταν μια οποιαδήποτε εβδομάδα, ήταν η εβδομάδα των Παθών. Εξάλλου, ο μεγαλύτερος αδερφός της μητέρας μας, ήταν ήδη ιερωμένος και άρα στο σπίτι επικράτησε άμεσα μια ησυχία και μια θρησκευτική κατάνυξη, με γεύση έντονη από λιβάνια και τσιτσιρίζοντα καρβουνάκια, καντήλια που φώτιζαν ευλαβικά, άγιες αυστηρές μορφές σε εικονοστάσια.


Μας έλειπε, όμως, η μπάλα, τα κυνηγητά, και τα γέλια ή τα κλάματα από τα χτυπήματα και τα πεσίματα. Κι όταν κάναμε πως ξεχνιόμασταν κι άρχιζε το παιχνίδι ανάμεσα στον κήπο με τις ανθισμένες και ευωδιάζουσες πασχαλιές και την τεράστια καταπράσινη καρυδιά που δέσποζε στην μέση, ακουγόταν ένα κάτι σαν σφύριγμα από παλιά οτομοτρίς κι εμφανιζόταν στο κατώφλι ή η γιαγιά μου ή ο πατέρας μου ή εναλλάξ όλοι οι «μεγάλοι», με τσιτωμένα πρόσωπα από την ένταση της φωνής που ήθελαν να βγάλουν, αλλά δεν έβγαζαν, λόγω μεγαλοβδομάδας και αυτοσυγκράτησης. Απλά ένα «σουυτ, μην φωνάζετε, σεβαστείτε την ημέρα πια...» ακουγόταν μέσα από σφιχτά χείλη που κάτι προσπαθούσαν να πουν, αλλά δεν το ακούγαμε ποτέ ως λέξεις παρά μόνο ως μακρόσυρτο συριστικό διάγγελμα ...


Κάπως έτσι φτάσαμε στην Μεγάλη Παρασκευή, όπου οι εντολές για απόλυτη ησυχία επιβάλοντο πλέον υπό την γενική επιστασία της Θεοσεβούμενης γιαγιάς μας, που μπορούσε να έχει τον τελευταίο λόγο επί των παιδιών της, και των παιδίων των παιδιόνε της και όποιου άλλου προσώπου, είτε οικείο είτε της γειτονιάς, εμφανιζόταν ατυχώς στην εμβέλειά της! Φυσικά όλες οι προετοιμασίες για το πασχαλινό τραπέζι είχαν το επίκεντρό τους στην κουζίνα. Αρνιά και κοκορέτσια, επιμελώς καλυμμένα με παλαιές εφημερίδες «ΠΑΤΡΙΣ». Όγκοι αυγών σχημάτιζαν πυραμίδες, και οι γαμπροί της οικογένειας προετοίμαζαν τις σούβλες, τα κάρβουνα, τις πένσες και το σύρμα για το σωστό δέσιμο του οβελία. Άντερα χυμένα σε νεροχύτες, πλυμμένα προσεχτικά, και συκοταριές τρεμμάμενες είχαν πάρει την άγουσα για τους γιορτινούς ντεντζερέδες. Υπήρχε μια διάχυτη μυρωδιά από ξύδι στην υγρή ατμόσφαιρα της κουζίνας.


Οι μανάδες άνοιγαν βαλίτσες με τα γιορτινά μας ρούχα. Τα λαμπριάτικα απλώνονταν στα κρεβάτια, ώστε να είναι όλα έτοιμα να φορεθούν όταν θα ερχόταν η ώρα. Κι εμείς ένα γύρο πέντε- έξι αδέρφια, ξαδέρφια στο σαλόνι, μακριά από τα φώτα της κουζίνας και των λοιπών δωματίων, έπρεπε να κάνουμε υπομονή και ησυχία και να βγάλουμε πάλι τα καλά μας ρούχα επιστρέφοντας απ την εκκλησία για να τα έχουμε καθαρά την ημέρα της λαμπρής.


Καθόμασταν γύρω από το μεγάλο τραπέζι του σαλονιού και αντίκρυ από μια μακρόστενη εταζέρα με κορνιζαρισμένες φωτογραφίες από γάμους, με λευκά νυφικά και κουστουμάτους γαμπρούς, και βαφτίσια με γυμνά παιδιά που σκάνε στο κλάμα, βρεγμένα στην καλυμπήθρα, και διάφορα γνωστά πρόσωπα ανδρών με κοντομάνικα πουκάμισα, μουστάκια και μαύρα γυαλιά ηλίου ή μητέρες με ξώπλατα φορέματα, μυτερά τακούνια και χτενίσματα τύπου Αντουανέτας.


Μόλις οι φωνές μας ξέφευγαν λίγο προς τα επάνω, άνοιγε μία πόρτα φουριόζα διάπλατα κι εμφανιζόταν ένας πατέρας, ή ένας θείος με βλοσυρό ύφος και το χέρι στο στόμα δείχνοντας ότι έπρεπε να κάνουμε ησυχία και έλεγε ένα «Παναγίτσες σας θέλω.... Παναγίτσες! Ακούτε;..»


Κι όπως ερχόταν, έτσι ξαναέφευγε και μεις ξεσπάγαμε μετά την πρώτη τρομάρα σε γέλια και χάχανα, πιάναμε κλείνοντας τα στόματά μας να μην ακουστούμε, κοκκίνιζαν οι μούρες μας από το σφίξιμο κι έτρεχαν οι μύξες στα μικρότερα.


Μαζί με «τα παιδιά» και ο θείος μας ο Θέμης. Ο μικρότερος αδερφός της μάνας μου και μερικά χρόνια μεγαλύτερος από εμένα.


« Να προσέχεις τα παιδιά Θεμιστοκλή, να τα ορμηνεύεις!»


Κάπου δίπλα απ’ την εταζέρα με τις φωτογραφίες, ο πατέρας μου είχε αφήσει ένα μεγάλο άσπρο κιβώτιο. «Μέσα υπάρχει ένα μεγάλο ραδιοκασετόφωνο», έτσι είχε πει. «Πάσχα χωρίς τραγούδι δε νοείται», έλεγε και ξαναέλεγε στο ταξίδι.


Και στο χωριό της γυναίκας του τα τραγούδια ήταν περιορισμένης κλίμακας και το ήξερε.


Με έτρωγε μια μεγάλη περιέργεια να το ανοίξω αυτό το άσπρο μεγάλο κουτί. Κάποια στιγμή που τα πνεύματα είχαν κουραστεί και ησύχαζαν λέω χαμηλόφωνα και χαμογελώντας συνωμοτικά στο Θέμη..


-Θείε λέω να το ανοίξουμε, τώρα που κοιμήθηκαν τα μικρά..

-Όχι

-Εγώ θέλω να το ανοίξω… του πατέρα μου είναι.

-Όχι είπα. Να μην το ανοίξεις.

-Θα το ανοίξω. Εμείς το φέραμε.. δικό μας είναι ..


Αγρίεψε.. ξεφύσησε κοκκίνισε και ξαναείπε όχι με ένταση.


- …τότε πάω να πω τώρα στη γιαγιά, ότι χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκες αλλά την σκαπούλαρες απ το παράθυρο και έφυγες με τον Πήτερι και τον Μπαμπλά και τους άλλους.. να δεις εσύ…


Άρχισε κάτι χαμόγελα καλοπιαστικά, μαλαγανιάρικα…


-έλα ρε Φωτακοοο τωωωραα… Μια βολτίτσα πήγαμε.!

-Ναι καλά… μια βολτίτσα στου Γάσπαρη που τραγουδάει η Κλάρα… Νομίζεις δεν σας άκουσα..


Και το ανοίξαμε μαζί. Προσεκτικά και χωρίς θορύβους. Επιμελώς.

Γυάλιζε εντυπωσιακά και μύριζε καινουργίλα. Μας θάμπωσε και τους δυο.

Το άγγιζε ο ένας τον έσπρωχνε ο άλλος.

Πατούσα ένα κουμπί μου χτυπούσε το χέρι ο Θέμης.


-Μην πατάς τίποτα λέμε

-Δεν πάτησα τίποτα ρε θείο

-Πάτησες το ον.. και θα χουμε τίποτα λαχτάρες.


Συμφωνήσαμε να το βάλουμε και στη πρίζα.. να δούμε τα «λαμπάκια του». Που να ξέραμε ότι είχε μείνει με τα σκουντήματά μας -όχι εσύ όχι εγώ- στη διαπασών..


Και έγινε το κακό μεγαλοπαρασκευιάτικα.


Ο Θέμης έψαχνε την πρίζα στο μισοσκόταδο και γω το κρατούσα με τα δυο χέρια μπροστά στα γουρλωμένα μου μάτια προσμένοντας «να ανάψει».


Και «άναψε» με όλη την δύναμη της τότε τεχνολογίας μεταφοράς ήχου και χρώματος. Ένοιωσα να με σπρώχνει η ένταση τους από τα δυο στρόγγυλα ασημί ηχεία. Ριπές μπουζουκιού, μπερδεμένες με μια διαπεραστική φωνή με τρομοκράτησαν.


«Όσο με μαλώνεις κι όσο με πικραίνεις….»


Ο Θέμης αποσβολωμένος με κοιτούσε με οίκτο και φόβο αναλογιζόμενος τις συνέπειες του ξαφνικού μουσικού αντάρτικου..


Τα πιο μικρά ξύπνησαν και τρομαγμένα άρχιζαν να τσιρίζουν φωνάζοντας την μάννα τους.


«.. άλλο τόσο μέεεσα στην καρδιά μου μπαίνεις..»


Είχα μείνει στήλη άλατος. Περίμενα ένα μαγικό χέρι να το κλείσει, ή έστω να έκανε αυτή την μουσική πιο πασχαλιάτικη πιο δραματικά λυπητερή, αλλά αυτό τον χαβά του.


«… Ντάμπ νταμπαντούπα, Ντάμπ νταμπαντούπα, πλήγωσε με πλήγωσε με και σκληρά βασάνισέ με..»


Οι συνέπειες του απρόσμενου μουσικού δράματος περνούσαν μια προς μια από το μυαλό μου με ταχύτητα φωτός και ο Θέμης άνοιγε με βιασύνη το παράθυρο του σαλονιού, όπως έκανε τα βράδια με τους φίλους του, εγκαταλείποντας το πεδίο της μάχης που δεν άργησε να ξεσπάσει.


«..έπρεπε να φύγω αχ, προτού να σ αγαπήσω…»


Τα τρομαγμένα μικρότερα ξαδέλφια της στρωματσάδας με φωνές και κλάματα έκαναν τον εφιάλτη μου μεγαλύτερο μαζί με τον φόβο της επερχομένης καταιγίδας.


Ακούστηκαν να ανοίγουν οι γνωστές ενδιάμεσες πόρτες.


Είδα την μάνα μου με την λουλουδάτη νυχτικιά και τα ρόλεϊ στα μαλλιά να εφορμά κραδαίνοντας ένα, από παλαιότερες εποχές, γνωστό μου όπλο. Μια παντόφλα.


« ..τώρα ειν αργάαα, αγάπη μου γλυκεία… »


Αμέσως μετά η γιαγιά μας, με βγαλμένες τις μασέλες και με τα χέρια στη μέση έτοιμη να μας κατακεραυνώσει για την αυθάδειά μας… «πιλαλάτε πέρα δώθε άγιες μέρες..» η θειά μου η Τασία να σφουγγίζει δάκρυα και μύξες απ τα τρομαγμένα μωρά… «σβερκωθήτε χάμου ήσυχα όλα», ακλούθησε ο πατέρας μου με στρατιωτικά παραγγέλματα ασύμμετρης απειλής τύπου «μαύρο φίδι που σ έφαγε κακομοίρη μου..»… μετά εμφανίστηκε και ο θειος Ορφέας με την μικρή του άσπρη ποδιά στη μέση -λόγω αρνιού- και αγριεμένες διαθέσεις, μετά ο θεος μου ο Παναγιώτης με ριγέ πιτζάμες, διπλωμένη εφημερίδα στο χέρι και ανάρριχτη σκούρα βυσσινί ρόμπ ντε σάμπρ… «Ελένη ας το το παιδί τώρα» και τελευταίος με αργόσυρτο βήμα και απορία ψάλτου, βήξ, ο παππούλης μας ο Γιώργης.


Τα ηχεία και ο πανικός τρεμούλιαζαν τα χέρια μου..


«… έχεις τον σκοπό σου κι όλα αυτά που κάαανεις…»


Ο πατέρας μου προσπαθούσε να το κλείσει εν μέσω προσταγών από την γιαγιά και τον θείο Παναγιώτη.. «κλείστο επιτέλους το παλιόπραμα»… « γιατί δεν κλείνει το ευλογημένο;...»… «..κακό που πάθαμε…»


«… η να φύγω θέλεις η να με πεθάνεις… πλήγωσέ με πλήγωσέ με.. Και σκληρά βασανι……»


Και έγινε σιωπή ξαφνικά. Το καλώδιο βγήκε με θυμό απ την πρίζα. Μερικές ετεροχρονισμένες παντοφλιές συνέχισαν φάλτσα να με συναντούν μέχρι που σταμάτησαν κι αυτές…


Πέρασε κάποιος απροσδιόριστος χρόνος από πάνω κι από μέσα μου. Τα μωρά είχαν ηρεμήσει και είχαν πάρει θέση πάλι στη στρωματσάδα τους, το ένα δίπλα στο άλλο και με κοιτούσαν με μάτια μυξοκλαμένα και ταραγμένα. Το αγριεμένο πλήθος είχε αποσυρθεί στα ενδότερα, η γιαγιά μασουλώντας τα γυμνά της ούλα, μου έριχνε ματιές θυμού αλλά και αγάπης και συμπόνιας, χαμογελώντας και κουνώντας το χέρι της πάνω κάτω, σαν να αντέγραφε τις κινήσεις της μητρικής παντόφλας, και η θεια μου η Αργυρώ μου συμπαραστεκόταν ισιώνοντας διαρκώς από αμηχανία τα γυαλιά της…


Το στόρι στο παράθυρο μισάνοιξε με ένα σκουριασμένο, αλάδωτο θόρυβο και εμφανίστηκε το κατσαρό κυματιστό μαλλί του Θεμιστοκλή και κάνα δυό δόντια που άσπριζαν στο μισοσκόταδο. Χαμογελούσε πονηρά σαν πειρατής που γλίτωσε την κρεμάλα.


- Έτσουξε ρε; … καλό Πάσχα… μικρέ σερίφη!.

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png