• GUEST WRITER

Μπυραρία στην Πράγα

του Φώτη Λούκα

«Θέλει επτά λεπτά ρε φίλε να ωριμάσει, …τι το πέρασες;»

Και έπαιρνε ένα νέο ποτήρι, το γύριζε ανάποδα και το έχωνε με ορμή μέσα στον περιστρεφόμενο κύλινδρο.

Το πάταγε δυο φορές και γέμιζε με φρέσκο νερό, που άφριζε από την δύνη λες και το έλουζε, ορμητικός, ο Μολδάβας ολόκληρος.

Το πέταγε στον αέρα κι αυτό έφερνε δυο στροφές και προσγειωνόταν στο αριστερό του χέρι, συγχρονισμένο… ανέπαφο, καθαρό, δροσερό.

Έσταζε υγρή φρεσκάδα… σε έκανε να διψάς.

Το έφερνε κάτω απ την χρυσή κάνουλα με ακρίβεια χιλιοστού, πλαγιάζοντας το, ελαφρώς. Και την άνοιγε να τρέξει.

Κι αυτή λαχανιασμένη, λες διψασμένη, άφριζε, πέφτοντας στο υγρό ποτήρι να το γεμίσει, να φτάσει στα χείλια του.

Και εκεί την έκοβε ο άσπλαχνος.

Τσακ και έκλεινε την κάνουλα. Χωρίς να φτάσει ο πόθος της μέχρι τα χείλη. Κι αυτή άφριζε. Προσπαθούσε να πιαστεί απ τα ξανθά μαλλιά της, να φτάσει στα χείλη του ποτηριού. Το ίδρωνε να φτάσει, να εκπληρώσει τον προορισμό της.

Μάταια άφριζε...

Και την έβαζε στην άκρη.

Μια σειρά από ποτήρια μισοθαμπωμένα, με μικρά αυλάκια που άνοιγε μια ξεχασμένη σταγόνα νερό, καθώς κυλούσε στο εξωτερικό του ποτηριού, αλλά μέσα… αχ μέσα… ένας αφρός που αποκαμωμένος από το τάνυσμα του να ανέβει ακόμα πιο ψηλά, είχε αποφασίσει να πέσει χαμηλότερα.

Όμως ο Μπάμπης ο Μπάρμαν, μέσα στο πολύφωτο και πολύβουο μπαρ, είχε σκοπούς και μέθοδο.

Έκανε μια σειρά με τις αποκαμωμένες μπύρες. Η μια πίσω απ την άλλη. Και τις άφηνε όλες, σαν σιτεμένες αρχόντισσες, που ιδρώνουν τα καλοκαιρινά απομεσήμερα στα λινά τους ρούχα, με μια χρυσαφί βεντάλια στο ένα χέρι και μετά ξανά απ την αρχή.

Έπαιρνε πάλι την πρώτη-πρώτη -την πιο απογοητευμένη- και την έβαζε πάλι κάτω απ την κάνουλα γερμένη πάλι προς τα εμπρός. Με μετρημένες μοίρες, που τόσα χρόνια πια, του είχαν γίνει βίωμα.

Ακόμα και στο σπίτι του, για να πιει ένα ποτήρι νερό, πρέπει να το έγερνε κάτω απ την βρύση.

Αν έπινε ποτέ νερό!.

Ίσια δεν το κράτησε ποτέ.

Ανέβαζε την ανυπομονησία μου με τις καθυστερήσεις του.

- Ρε Μπάμπη… την μπύρα ρε καρντάση... ξημερώσαμε..

Χαμήλωνε το κεφάλι κι ανέβαζε τα μάτια λες και με κοιτούσε από σκόπευτρο όπλου, οι κινήσεις του έκοβαν μονομιάς ταχύτητα, σαν αμάξι που έμεινε από βενζίνα στην ανηφόρα.

Κρατούσε το ξυλάκι του αφρού στο ένα χέρι, εμπρός και λίγο ψηλά, σαν τον μαέστρο σε συμφωνική ορχήστρα και ξεχείλωνε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο, «ντεμέκ» γνώσης και κατάρτισης, προς τα αριστερά.

Μια σταγόνα, κρεμόταν αναποφάσιστα στο μπρούτζινο στόμιο της κάνουλας

- Εφτά λεπτά σε είπα φιλαράκι… Κανόνας. Τέλος.

Και εκεί την άνοιγε πάλι… και πεταγόταν ο αφρός σαν θεριό ασπρόμαλλο, να ξυπνήσει την απογοητευμένη μπύρα. Κι αυτή αναθαρρούσε κι άρχισε τα τσαλιμάκια με εκατομμύρια ματάκια, άσπρα κι αστραφτερά να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, λαμπυρίζοντα, δανειζόμενα λίγο από την λάμψη των χρωματιστών, μικρών και μεγάλων προβολέων που γυρόφερναν ανάμεσα σε θαμώνες, σε λέξεις και μουσικές, κρεμασμένα στην οροφή του Μπαρ «Rote Grütze»

Σαν μικρόβια στο μικροσκόπιο, σε κίνηση ατέρμονη, που αλλά χάνονταν κι αλλά γεννιόνταν, σαν θέλημα Θεού σε άχρονη κοσμογονία.

Όμορφα μάτια που ανοίγουν και κλείνουν, παιχνιδιάρικα.

Υποσχόμενα.

Και γέμιζε το ολόδροσο, μισόθαμπο, πλατύστομο ποτήρι.

Μα πάντα μια σταγόνα, με ουρά που αργοσάλευε, ξέφευγε πάνω απ τα χείλη του ποτηριού να γίνει σταλακτίτης, στα σπήλαια της ασημί σχάρας του νεροχύτη.

Και είχε κι εκείνο το ξυλάκι… πλατύ, ελαφρώς μαυρισμένο στο κάτω του άνοιγμα.

Το πέρναγε απ τα χείλη του ποτηριού να διώξει κουρασμένο αφρό.

Ανανέωση όρκων.

Κραγιόν διάφανο στα χείλη του ποτηριού.

Χάδι που περνούσε πάνω τους και δεν τα ακουμπούσε στάλα.

Ένα βιαστικό «τα λέμε..».

Και μετά σήκωνε, με τρία δάχτυλα -δείκτη αντίχειρα και μέσο- το ποτήρι γεμάτο, αφρίζον και ξεχειλίζον ελαφρώς, πάνω απ’ το ύψος των ματιών του, σαν προσκύνημα της Άγια-Τριάδας στη πιο ψηλή κορφή του Άθωνα η των Άνδεων, σαν σταύρωμα «για το καλό», σαν ξεμάτιασμα που σημαδεύει το σύμπαν, σαν ευλογία σκαρφαλωμένη στα βράχια της Αμοργού, σαν δειλινό κατάφατσα στη Ζάκυνθο.

Άστραφτε ένα χαμόγελο απολυτής εσωτερικής γαλήνης .

Γουργούριζε η φιλάρεσκη γάτα μέσα του…

«Ποιος είμαι ρε φίλε! … !»

Την χαμήλωσε στουμπώντας την στον ξύλινο πάγκο.

Την έσπρωξε μπροστά μου λέγοντας…

- Εφτά λεπτά πατρίδα… μετρημένα εφτά λεπτά. Αλλιώς είναι κάτουρο!

Και γέλασε μαζί με τα πλατιά, θυσανωτά, «τεμέτερα» φρύδια του, ο μπάρμαν, ο Μπάμπης, ο καρντάσης ο θεσσαλονικιός, μια νύχτα που ξημέρωνε αργά και η βροχή μούσκευε τα πλακόστρωτα στενάκια της Πράγας.

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png