• ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

Marlon Brando: Πέρα από το θρύλο

Την άνοιξη του 1943, καθώς οι σύμμαχοι βρίσκονταν κοντά στη νίκη εναντίον του Τρίτου Ράιχ και οι δυνάμεις της νοτίου Αμερικής πολεμούσαν στον Ειρηνικό, ένας άνδρας, μόλις 19 χρόνων, χτύπησε την πόρτα του 3ου ορόφου ενός διαμερίσματος στη 27η Οδό, ανάμεσα στο Μπρόντγουεϊ και στην 6η Λεωφόρο.


Ήταν ένα διαμέρισμα, πράγματι, αλλά έμοιαζε μάλλον περισσότερο με εργαστήρι, γιατί εκεί "έπλαθε" η Stella Adler, η γυναίκα που δίδαξε υποκριτική σε κάποιους από τα σπουδαιότερους σεναριογράφους και ηθοποιούς του κινηματογράφου.


Τον κοίταξε και δίστασε να τον αφήσει να περάσει. Το σκισμένο παντελόνι του, τα φθαρμένα του παπούτσια, που σίγουρα είχαν δει καλύτερες μέρες, και το υπεροπτικό του βλέμμα παρέπεμπαν περισσότερο σ’έναν απατεώνα του δρόμου, παρά σ’έναν φιλόδοξο ηθοποιό.


Ωστόσο, αντιλήφθηκε πως κάτι παραπάνω κρύβεται πίσω από αυτό το ατημέλητο παρουσιαστικό, όταν τον ρώτησε το όνομα του και αυτός, κοιτάζοντας τη επίμονα μ’ ένα έντονο και διαπεραστικό βλέμμα, της απάντησε ξερά: Μάρλον Μπράντο.



Και του άνοιξε την πόρτα. Όχι μόνο του διαμερίσματος της, αλλά και του κινηματογραφικού κόσμου, τον οποίο έμελλε να κατακτήσει με τη φλογερή του προσωπικότητα και το ατίθασο του πνεύμα, γράφοντας χρυσή ιστορία ως ένας θρύλος της 7ης τέχνης.



Γεννημένος σαν σήμερα, στις 3 Απριλίου του 1924, στην Όμαχα της Νεμπράσκα, γιος ενός βίαιου πατέρα και μιας αλκοολικής μητέρας, ο Μπράντο βρήκε καταφύγιο από την σκληρή πραγματικότητα στα σανίδια του θεάτρου. Παρά κάποιους αρχικούς και αδιάφορους ρόλους, αυτός ο επαναστάτης που είχε αποβληθεί από διάφορα σχολεία και μια στρατιωτική ακαδημία, κατόρθωσε το 1944 να διακριθεί μέσα από τις ερμηνείες του στο I remember Mamma και στο Candida, με την υπογραφή του γιγαντιαίου George Bernard Shaw.



Η καριέρα του, ωστόσο, πήρε καθοριστική τροπή, όταν ο θρυλικός θεατρικός συγγραφέας Tennessee Williams έψαχνε απεγνωσμένα πρωταγωνιστή για το "Λεωφορείο Ο Πόθος", ένα από τα πιο σκληρά, άγρια και σαγηνευτικά έργα του. To έργο, μετά την τεράστια εισπρακτική επιτυχία στο θέατρο, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον σπουδαίο σκηνοθέτη και συμπατριώτη μας, Elia Kazan, λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές.



Σύμφωνα με τον Williams, "Ο Μπράντον κι εγώ πήγαμε μία βόλτα στην παραλία για να συζητήσουμε για το ρόλο του, όμως δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Έμεινα βουβός, γιατί αυτός ο άνδρας ήταν ο πιο όμορφος σε ολόκληρο το σύμπαν".


Η απαράμιλλη γοητεία του και το σαγηνευτικό του παρουσιαστικό είναι αδιαμφισβήτητα. Ωστόσο, ο Μπράντο, ήταν κάτι παραπάνω από ένα γοητευτικό πρόσωπο κι ένα λαμπερό περιτύλιγμα.



Ήταν χαμαιλέων. Υποδύθηκε έναν παραπληγικό (Τhe Men,1950), ένα Πολωνό πωλητή εργοστασίου (A streetcar named desire, 1951), έναν Μεξικανό επαναστάτη (Viva Zapata!, 1952), έναν Ρωμαίο στρατηγό (Julius Caesar, 1953), έναν ατίθασο μοτοσικλετιστή (The wild one,1953) με τρομερή φυσικότητα, πολύ πριν το Χόλυγουντ μάθει τι πάει να πει πολυπλοκότητα και υποκριτική πολυσχιδία, αφήνοντας κοινό και συναδέλφους εμβρόντητους.



Σήμερα αποτελεί καθιερωμένη πρακτική για τους ηθοποιούς να "χάνονται" μέσα στους χαρακτήρες τους και να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε ακραίες σωματικές και ψυχολογικές δοκιμασίες. Ποιος ξεχνά τον αυτοεγκλεισμό του Ledger για να εντρυφήσει στην άρρωστη ψυχολογία του Joker ή τις συνεχείς ανακατατάξεις βάρους του Bale ανά τις ταινίες του; Πρακτικές, που πλέον λειτουργούν ως δείκτης επιμονής και ταλέντου του ηθοποιού.



Η νοοτροπία, όμως, του χαμαιλεοντισμού εισήχθη στον υποκριτικό κόσμο από τον Μπράντο, ο οποίος με τρομερή εφευρετικότητα έφτανε στα άκρα για να ενσαρκώσει αληθοφανώς τους χαρακτήρες του. Είτε περνώντας εβδομάδες σε πτέρυγα για άτομα με αναπηρίες για το The Men είτε αναδιατυπώνοντας ακούραστα σενάρια, για να τα προσαρμόσει στις ακριβείς απαιτήσεις αυθορμητισμού που έπρεπε να διαθέτει ο ρόλος, δούλευε σκληρά.



Όταν το 1954 κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ για την ταινία "Οn the Waterfront" και, μόλις ένα χρόνο μετά, φόρεσε τα παπούτσια του χορού και πρωταγωνίστησε δίπλα στο σπουδαίο Frank Sinatra στο "Guys and Dolls" (1955), φαινόταν πως δεν υπήρχε τίποτα που ο Μπράντο δε μπορούσε να καταφέρει.



Πίσω από τις κάμερες, όμως, η κατάσταση δεν ήταν το ίδιο λαμπερή. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, άρχισαν να ανακύπτουν προβλήματα τόσο στην προσωπική, όσο και στην επαγγελματική του ζωή. Ο εθισμός του στο φαγητό και η βουλιμία καθιστούσαν αδύνατο να διατηρήσει τη φυσική κατάσταση που απαιτούσε η δουλειά του, και η αδηφαγία του, που επεκτεινόταν και στο σεξουαλικό κομμάτι, ενισχύθηκε από το δράμα των διαζυγίων του και των δικαστικών διαμαχών για την κηδεμονία των παιδιών του.


Με το πέρασμα του καιρού, γινόταν όλο και πιο δύσκολος, απρόσιτος και μη συνεργάσιμος, με αποτέλεσμα να λαμβάνει αδιάφορους ρόλους σε ταινίες αμφιβόλου ποιότητας, ενώ το διάστημα αυτό ασχολήθηκε ενεργά με το κίνημα υπέρ των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επαναστατώντας ηχηρά ενάντια σε κάθε κατεστημένο, όπως έκανε, άλλωστε, και ολόκληρη τη ζωή του. Τρανό παράδειγμα, η άρνηση του να παραλάβει αυτοπροσώπως το δεύτερο του Όσκαρ, στέλνοντας στη θέση του μια Ινδιάνα ακτιβίστρια, ως διαμαρτυρία για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των αυτόχθονων ιθαγενών.



Σχεδόν μια εικοσαετία μετά, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Μπράντο επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, για να υποδυθεί, όντας μόλις 48 ετών, έναν ανεπανάληπτο χαρακτήρα, υπενθυμίζοντας σε όλους την υποκριτική του μεγαλειότητα. Ο επιβλητικός Don Corleone, με τα παραφουσκωμένα με βαμβάκια μάγουλα, κραδαίνοντας μία αδέσποτη γάτα που άρπαξε από το δρόμο ο Μπράντο, μετατράπηκε σε χαρακτήρα-σύμβολο και στον πιο αναγνωρίσιμο "νονό" της οικουμένης. Χάρη σε αυτή την πρωτόγνωρη και συνεχή εμβάθυνση στα άδυτα της ψυχολογικής διάστασης των χαρακτήρων, η ταινία του Coppola "βαφτίστηκε" δικαιωματικά ως μία από τις καλύτερες όλων των εποχών.



Ακολούθησαν θρυλικές μεν, ηθικά αμφιλεγόμενες δε, ερμηνείες, όπως στο "he Last Tango in Paris" (1972) και ο ρόλος του στο ‘’Apocalipsis now’’(1979). O Μπράντο ήταν πια υπέρβαρος, δεν του έκανε κανένα από τα κουστούμια που είχαν σχεδιαστεί για το χαρακτήρα του γυμνασμένου στρατηγού που θα υποδυόταν και, έτσι, σε μία ακόμα ένδειξη αντισυμβατικότητας, ξύρισε το κεφάλι του και στιγμάτισε για άλλη μία φορά με την υποκριτική του δεινότητα την 7η τέχνη.



Πολλά έχουν γραφτεί για τη θυελλώδη ζωή του Μάρλον Μπράντο: Ένας ακόρεστος και φιλήδονος εραστής, δίχως διακρίσεις στο φύλο, ένας άπιστος σύζυγος και απών πατέρας, ένας απρόσιτος και επιδεικτικά αδιάφορος συνεργάτης, ένας εγωκεντρικός και νάρκισσος. Αρκετοί επιμένουν να προσκολλώνται σε αυτές τις πτυχές του, οι οποίες κηλιδώνουν την άψογη εικόνα του ταλαντούχου καρδιοκατακτητή του Χόλυγουντ, που θα ήθελαν να έχει.


Ο Μπράντο σίγουρα δεν ήταν τέλειος. Ήταν ένας καλλιτέχνης με ψεγάδια και αδυναμίες, όπως όλοι, και δε δίστασε ποτέ να το αρνηθεί ή να το αποκρύψει. Είχε την τόλμη να τσαλακώσει την εικόνα του και να πορευτεί στη ζωή με μία νοοτροπία βαθιά αντισυμβατική, σχεδόν ηδονιστική, και να απολαύσει ό τι του επέφερε επάξια το ταλέντο και η φήμη του.


Μέχρι την τελευταία του πνοή, την 1η Ιουλίου του 2004, παρέμεινε ένας επαναστάτης. Ένας ριζοσπαστικός ηθοποιός που, παρά τη γοητεία του, αναδείχθηκε χάρη στο ασύγκριτο ταλέντο του. Δε δίστασε στιγμή να αντιταχθεί στο χολιγουντιανό κατεστημένο, δεν προσαρμόστηκε ποτέ στις κινηματογραφικές επιταγές, δεν υπάκουσε ποτέ σε καθωσπρεπισμούς και ηθικά κελεύσματα. Και, αυτό ακριβώς, του χάρισε την αθανασία.



ΠΗΓΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ


Gettyimages.com

https://www.nobleandgraff.com

https://newrepublic.com

https://www.imdb.com

https://capitalandmain.com

Moviestore/REX/Shutterstock (1541369a)

https://provocateur.gr

Pinterest.com

https://tenor.com

https://gifer.com

https://www.cheatsheet.com

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png