• ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

Καζαντζάκης και Σκορσέζε: Αφορισμένοι;

Η Μεγάλη Εβδομάδα και οι εορτασμοί του Πάσχα φέτος ήταν κάθε άλλο παρά συνηθισμένοι. Με κλειστές τις εκκλησίες και δίχως τις καθιερωμένες πολυπληθείς οικογενειακές μαζώξεις, που ζωγραφίζουν την εικόνα του Πάσχα, αποφάσισα να αποκλίνω από τις τετριμμένες κινηματογραφικές επιλογές θρησκευτικού περιεχομένου. Επέλεξα, λοιπόν, τον "Τελευταίο Πειρασμό", το οποίο αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του Scorsese του ομώνυμου έργου του σπουδαίου κρητικού λογοτέχνη, Νίκου Καζαντζάκη.



Στο βιβλίο, αποτυπώνεται ένας Ιησούς που δεν ακολουθεί την πορεία των Ευαγγελίων, αλλά ένα νέο, αιρετικό δρόμο που χαράζει για Αυτόν ο Καζαντζάκης. Δημιουργεί έναν παράλληλο κόσμο, στον οποίο δεν έχει αναλάβει συνειδητά και αμετάκλητα τη θεική αποστολή Του να φέρει τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους μέσω της σταύρωσης και της ανάστασης Του. Αντίθετα, παρουσιάζεται απογυμνωμένος από τη θεϊκή Του υπόσταση, με έμφαση στην ανθρώπινη Του ιδιότητα, να διχάζεται ανάμεσα στο πεπρωμένο Του και την επιθυμία να ενδώσει στους επίγειους πειρασμούς και να ζήσει μια ζωή κοινού θνητού, στο πλάι της αγαπημένης Του… Μαρίας Μαγδαληνής.


Ο Ιησούς του κρητικού λογοτέχνη ενδίδει σε όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα: φοβάται, αμφιβάλλει, αγωνιά, δειλιάζει, επιθυμεί, αμαρτάνει. Δεν είναι ένας απλός μαραγκός από τη Ναζαρέτ, αλλά ένας κατασκευαστής σταυρών, συνεργάτης των Ρωμαίων και κατάπτυστος των συμπατριωτών του. Ένας άνθρωπος που αδυνατεί να διαχωρίσει το ενάρετο από το αμαρτωλό, τις φωνές του Θεού από του Διαβόλου, που αντιστέκεται στις επιθυμίες της σάρκας όχι από αγαθοσύνη, αλλά από φόβο ("ο φόβος είναι ο θεός μου").


Ο Ιησούς που μας συστήνει είναι πλήρως διαφοροποιημένος και αλλοιωμένος από την εικόνα που επικρατεί στην χριστιανική θρησκεία. Η διαμάχη σάρκας και πνεύματος είναι ακατάπαυστη και διατρέχει όλο το έργο, ενώ ο Θεάνθρωπος παλεύει διαρκώς εσωτερικά με τις αμφιβολίες και τις δεύτερες σκέψεις.


Δεδομένης της υπερπροβολής της ανθρώπινης υπόστασης του Χριστού και του παραγκωνισμού του στοιχείου της διττής Του υπόστασης, και του έντονου συντηρητισμού της Ελλάδας του ’50, το σκάνδαλο που θα προκαλούσε το έργο ήταν αναμενόμενο. Ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στους κόλπους της εκκλησίας, τόσο της ορθόδοξης, όσο και της καθολικής. Άλλωστε, ο Καζαντζάκης ήταν συγγραφέας καταξιωμένος και αγαπητός στο διεθνές λογοτεχνικό στερέωμα, με μεγάλη επιρροή παγκοσμίως.


Το βιβλίο προστέθηκε από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στη λίστα με τα απαγορευμένα βιβλία (Index Librorum Prohibitorum), ενώ τέτοιος ήταν ο φόβος και η οργή της ορθόδοξης Εκκλησίας, που εκδόθηκε πρώτα το 1951 στα σουηδικά και στα νορβηγικά, πριν κυκλοφορήσει, τέσσερα ολόκληρα χρόνια αργότερα, στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, τον προηγούμενο χρόνο της κυκλοφορίας του, η Ιερά Σύνοδος επιζητά ασφυκτικά την απαγόρευση της κυκλοφορίας του βιβλίου, καταδικάζοντας το ως ασεβές, ανίερο και δηλητηριώδες, ενώ, μάλιστα, κάποιοι ιερείς ρίχνουν ανάθεμα στον συγγραφέα.



Ο συγγραφέας έδωσε, για το ανάθεμα, την εξής σκωπτική απάντηση: "Άγιοι Πατέρες, μου δώσατε κατάρα, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να είναι η συνείδηση σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να είστε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ.’’


Παράλληλα, χάρη στη οργισμένη αντίδραση εκκλησίας και θρησκόληπτων, κατέληξε να επικρατήσει στην συλλογική συνείδηση η εντύπωση πως ο Καζαντζάκης αφορίστηκε, κάτι το οποίο επιζητήθηκε από πολλούς, αλλά στην πραγματικότητα, δεν έγινε ποτέ!

"Υποψήφιος για αφορισμό" βρέθηκε, 33 χρόνια αργότερα, και ο Martin Scorsese, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία από τον Καζαντζάκη και μετέφερε, το 1988, το σπουδαίο έργο του κρητικού λογοτέχνη στη μεγάλη οθόνη.



Η ενασχόληση με θεολογικά ζητήματα στον κινηματογράφο πάντα απαιτούσε λεπτή μεταχείριση, ιδίως αν διαδραματίζεται σ’ένα πλαίσιο διαφορετικό από αυτό των Ευαγγελίων, αλλά και πάντα προκαλούσε και σκανδάλιζε τα πλήθη, όπως συνέβη χαρακτηριστικά με το "Jesus Christ Superstar" (1973) του Andrew Lloyd Weber και με το "The Life of Brian" (1979), των Monty Python.


Παρ’ ότι γνώριζε το διακύβευμα, ο καθολικός Scorsese επιδόθηκε στο τολμηρό ετούτο εγχείρημα, βαθιά γοητευμένος από το αριστούργημα του Έλληνα συγγραφέα. Ωστόσο, λόγω του αμφιλεγόμενου περιεχομένου του έργου, αδυνατούσε να βρει χρηματοδότηση για πολλά χρόνια. Η ταινία θα γυριζόταν από τα Paramount Studios to 1983, με πρωταγωνιστή των Aiden Quinn, όμως, το σχέδιο ακυρώθηκε λίγους μήνες πριν αρχίσει η παραγωγή, εξαιτίας μηνυμάτων μίσους που λάμβανε από πληθώρα θρησκευτικών οργανώσεων.


Εν τέλει, το έργο πήρε μπροστά ξανά λίγα χρόνια αργότερα, υπό την παραγωγή των Universal Studios, στο Μαρόκο, και με τον -τότε 33χρονο- Willem Defoe στο ρόλο του Ιησού. Η ταινία δε διστάζει να σκανδαλίσει και να σοκάρει σε διάφορες σκηνές: εκείνη της συνουσίας Μαγδαληνής και Ιησού, το φιλί στο στόμα του Ιησού με το Βαπτιστή και τον Ιούδα, τη στιγμή που τον προδίδει, το ξερίζωμα και τη προσφορά της καρδιάς του στους μαθητές του, ο Ιησούς γυμνός επάνω στον σταυρό.


Πέραν αυτού, δίνει μεγάλη βαρύτητα στο χαρακτήρα του Ιούδα (υποδυόμενος από τον Harvey Keitel), που είναι εκ διαμέτρου αντίθετος από εκείνον του πιο επαίσχυντου προδότη της ιστορίας. Ειδικότερα, παρουσιάζεται ως στενός φίλος του Ιησού, που τον προδίδει μετά από παράκληση του και είναι οδηγός, σύμβουλος και συνοδοιπόρος του καθ’ όλο το ταξίδι του μέχρι τη Σταύρωση. Παράλληλα, παρουσιάζει τη Μαγδαληνή (Barbara Hershey), ως μία γυναίκα ερωτευμένη με τον Ιησού, που καταλήγει ως πόρνη, επειδή δε θεωρεί ότι είναι αρκετά άξια να σταθεί στο πλευρό Του.



Από μία τόσο προκλητική ταινία δε θα μπορούσε να λείπει ο προκλητικός και θρυλικός David Bowie, στο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου, που απέσπασε θετικές κριτικές για τις υποκριτικές του ικανότητες.



Όσον αφορά τον Defoe, για άλλη μια φορά τα λόγια περιττεύουν. Αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ηθοποιού που ενσαρκώνει με χάρη και πλήρη σεβασμό τον χαρακτήρα του, αποδίδοντας άρτια τον πόνο, την αγωνία και την ανησυχία που βιώνει ο Χριστός.



Η πρεμιέρα της ταινίας ξύπνησε μνήμες για το βιβλίο του... αφορισμένου Καζαντζάκη και για άλλη μία φορά προκάλεσε αναταραχές στο ελληνικό και διεθνές προσκήνιο. Θρησκόληπτοι θεατές αγόρασαν κανονικά το εισιτήριο τους, αλλά, με την έναρξη της ταινίας, όρμησαν με μένος και ψαλίδια ανά χείρας, να σκίσουν το πανί, ώστε να μην πραγματοποιηθεί η προβολή. Στο φεστιβάλ Βενετίας, η προβολή έγινε στο πλαίσιο υστερικών διαδηλώσεων και αστυνομικού ελέγχου.



Εν τέλει, με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν εντονότατης πίεσης ιερών και πιστών, η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε, ενώ η τότε Υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη εξέφρασε ως προς το γεγονός αυτό τη βαθιά της απογοήτευση.


Σε πολλές χώρες, όπως η Αργεντινή, η Χιλή και η Τουρκία, απαγορεύτηκε κατευθείαν, ενώ μέχρι το 2010, απαγορευόταν η προβολή της στη Σιγκαπούρη.



Πλήθος πιστών και καλλιτεχνών έτρεξαν να καταδικάσουν τον Scorsese, με χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνο του σκηνοθέτη της τηλεσειράς που παίζεται από ιδιωτικό σταθμό κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, Franco Zefirelli: "Θα ήθελα να δω την ταινία του Scorsese να καίγεται, και, στην καλύτερη, κι αυτόν μαζί".

Μέσω του Τελευταίου Πειρασμού, ο Scorsese είχε την ευκαιρία να αποδώσει κινηματογραφικά έναν Ιησού αλλιώτικο, που υποκύπτει στις αμφιβολίες και τις ανθρώπινες επιθυμίες Του.


Καταρρίπτει, έτσι, την πάγια χριστιανική αρχή πως, κανείς δεν είναι αναμάρτητος, εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος που προηγείται όλων, πλην του Χριστού, που εδώ παρουσιάζεται όπως όλοι οι άλλοι: αμαρτωλός.


Προς αποφυγή παρανοήσεων, ο σκηνοθέτης φροντίζει να δηλώσει ήδη πριν τον τίτλο πως η ταινία του βασίζεται αποκλειστικά στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, και όχι στα ιερά κείμενα. Μάλιστα, εκτός αυτού, παραθέτει και την πρώτη παράγραφο της εισαγωγής που έγραψε στο βιβλίου του ο Καζαντζάκης:


«Η δυαδική υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ, ανεξερεύνητο μυστήριο. Η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο υπεράνθρωπη, να φτάσει ο άνθρωπος ως το Θεό – ή, πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτιστεί μαζί του, η νοσταλγία αυτή η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, ανοίγει μέσα μου πληγές και πληγές μεγάλες. Από τη νεότητά μου η πρωταρχική αγωνία μου, από όπου πήγαζαν όλες μου οι χαρές κι όλες μου οι πίκρες, ήταν τούτη: η ακατάπαυστη, ανήλεη πάλη ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα».


Έτσι, ξεκαθαρίζει εξ’ αρχής στον θεατή τις προθέσεις του, που απέχουν μακράν από τη βλασφημία και τη γελοιοποίηση του ιδρυτή του Χριστιανισμού, για το οποίο και κατηγορήθηκε πολλαπλώς, και το ότι αυτές οι κατηγορίες δεν σχετίζονται με τον αληθινό σκοπό του θεοσεβούμενου, αλλά ανοιχτόμυαλου σκηνοθέτη.



Αν κάποιος δει τον Τελευταίο Πειρασμό, τόσο το βιβλίο όσο και την ταινία, μέσα από το πρίσμα των ιερών κειμένων, όπως είθισται, τότε, είναι αναμενόμενο και λογικό να το χαρακτηρίσει ως ένα έργο βλάσφημο, ανίερο, προσβλητικό, δυσφημιστικό.


Αν, όμως, το δει σύμφωνα με την ιδεολογική χροιά που του προσδίδει αυτή η πρώτη παράγραφος του Καζαντζάκη, θα αντιληφθεί πως, σκοπός του ίδιου, και κατ’επέκταση του Scorsese, δεν είναι η υποτίμηση του Θεανθρώπου.

Απλώς, είναι μία προσπάθεια ενασχόλησης με την δυαδική υπόσταση του Χριστού, που τόσο σαγηνεύει και εγείρει ερωτήματα από την απαρχή της χριστιανικής πίστης. Μία ευκαιρία να ξεδιπλώσει τη φαντασία του, αντλώντας θρησκευτικά στοιχεία, ώστε να κατασκευάσει ένα φιλοσοφικό μύθο με θρησκευτικές προεκτάσεις, μια φανταστική ιστορία με θρησκευτικά πρόσωπα, και όχι να παραποιήσει ένα θρησκευτικό γεγονός.


Καλώς ή κακώς, το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, που στιγμάτισε για πάντα το όνομα του, και η κινηματογραφική του ενσάρκωση από το Scorsese, έδωσαν ένα γερό χτύπημα στα θεμέλια της Εκκλησίας, αλλά και της πίστης εν γένει. "Ο Τελευταίος Πειρασμός" κατάφερε να θορυβήσει, να σοκάρει και να λειτουργήσει ως απειλή απέναντι στο θρησκευτικό κατεστημένο, όπως αυτό διαμορφώνεται κοπιωδώς ανά τους αιώνες από την χριστιανική εκκλησία.


Ακόμα και στον 21ο αιώνα "του προοδευτισμού", δηλαδή σχεδόν 60 χρόνια μετά τη συγγραφή του βιβλίου, ο καθοδηγούμενος λαός φαίνεται να αντιμετωπίζει το λιγότερο με… επιφύλαξη και αναστολές το έργο, χωρίς να επιδεικνύει τον απαιτούμενο σεβασμό στις θεμελιώδεις αρχές της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης και δίχως να λαμβάνει υπόψιν "τι θέλει να πει ο ποιητής".


Είναι γεγονός πως οι καιροί που βιώνουμε είναι κάθε άλλο παρά συμβατικοί. Ως εκ τούτου, ίσως είναι καιρός να αντικρίσουμε τα πράγματα με μια πιο αντισυμβατική, κριτική και ανήσυχη ματιά, όπως άλλωστε επιτάσσουν και οι συνθήκες.

__________________________________________________________________________________________________________

Πηγές φωτογραφιών:

https://www.stlmag.com

https://www.slantmagazine.com

https://www.sølvberget.no

https://bodyhaironfilm.wordpress.com

https://reelrenkovish.org

https://threerowsback.com

https://decider.com

https://www.filmcomment.com

https://www.theguardian.com

https://www.reader.gr

https://cinemaviewfinder.com

https://readnews.xyz

https://www.icna.org

https://www.slashfilm.com

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png