• GUEST WRITER

Η Γριά

του Φώτη Λούκα



Ήταν ένα παλιό σπίτι. Μια πόρτα από δυο ξύλινους ταμπλάδες. Μια αυλή με πέτρινο φούρνο θολωτό στ’ αριστερά. Ένας μικρός κηπάκος με μια λεμόνια στη μέση. Ορόσημο. Γύρω της, μελιτζάνες ντομάτες κολοκυθάκια.


Μια μουριά έστεκε χρόνια σαν φύλακας της εξώπορτας. Και μετά μια κληματαριά. Κρεμασμένη στον ουρανό.


Μικρό παιδί ήταν, σταλμένο για το καλοκαίρι στο χωριό. Τα έβλεπε όλα μεγάλα. Ακόμα και το μουστάκι του παππούλη του, άσπρο κι ελαφρώς κίτρινο απ την νικοτίνη των «άφιλτρων Λαμίας» τεράστιο το έβλεπε. Και την γιαγιά του την Φώταινα πανύψηλη την έβλεπε. Τον αγκάλιαζε όμως με το χαμόγελό της, τον έντυνε με την φροντίδα της, τον ταΐζε τα καλοκαιρινά απόβραδα και χάιδευε τα παιδικά του χέρια με τα δικά της και τα φιλούσε και με το «καλώς το μου καλώς το μου» ζούσε για τα παιδιά των «παιδιόνε της».


Χρόνια περνούσαν, πολλά άλλαζαν, μεγάλωναν τα παιδιά, γερνούσαν οι πατεράδες και οι μανάδες τους μέσα στον πολύβουο κόσμο των μεγαλουπόλεων, αλλά αυτή έμενε όρθια και μόνη, σ' εκείνο το σπίτι με το χωμάτινο πάτωμα και τους πέτρινους ακανόνιστους τοίχους.

Ζύμωνε υπέροχα καρβέλια ψωμιού στον πέτρινο φούρνο της, έπηζε τυρί, έβραζε σαπούνι μέσα στο μαυρισμένο τεράστιο καζάνι της, έτρεχε στο χωράφι, μάζευε ελιές, άπλωνε σύκα να ξεραθούν στον ήλιο, σκαρφάλωνε στα δέντρα σαν αγριοκάτσικο και τα έβαζε με τον παππού του.


Ένα βράδυ γύρισε ο «γέρος της» απ το «μαγαζί». Τον καφενέ ντε.

Του λέει «θα βρέξει κι έχουμε απλωμένα σύκα!»

«Δεν θα βρέξει!»

«Θα βρέξει. Πάμε να τα προλάβουμε»

«…είπα, δεν θα βρέξει. Το είπαν και στο ράδιο!. Κοιμήσου γριά πια…»

Και έβρεξε.

Κατακλυσμός.

Τους άκουγε μες την νύχτα του χαμού, να τρέχουν να σώσουν τα απλωμένα σύκα. Γύρισαν το ξημέρωμα, μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο.

Δυο μέρες δεν σταμάτησε να ονομάζει το ράδιο «μπουζούκι». Και με μακρόσυρτα λόγια να ειρωνεύεται τον παππού.

«… ακούς εκεί δεν θα βρέξει… το είπε και το μπουζούκι… δεν θα βρέξει …»

«Ταχιά.»

Και ζούσε περνώντας και μετρώντας εποχές και θανάτους άλλων. Έναν ένα τον έψελνε, στο ξόδι του μ΄ενα μικρό αυτοσχέδιο μοιρολόι. Ένα δικό της βουβό. Ακαταλαβίστικο. Λες και τα ερείπια της αρχαίας πόλης δίπλα στο χωριό είχαν αναστηθεί. Όπου πομπή από γυναικείες μορφές με μακριά μαύρα φορέματα ικετεύοντας τον πλάστη χαμηλόφωνα, εκστατικά και υποταγμένα, έσερναν ένα χορό πόνου.


Με σφιγμένες μαντίλες στο κεφάλι, με ύφος αυστηρό, οργισμένο και ταυτόχρονα απέραντα λυπημένο, χτυπούσαν κοιλίες, που γέννησαν παιδιά και τά χασαν, πριν να κλείσουν πρώτα, για πάντα, τα δικά τους τα μάτια.


Πένθιμους δεκαπεντασυλλάβους όλες μαζί. Χορός στο Ζάλογγο κάτω απ την σκιά του ηφαιστειακού Βουλκάνου. Ωδή στο αρχαίο βουνό και στο μοναστήρι της Παναγιάς στην κορυφή του. Φωνή που βγαίνει απ το υπογάστριο και φιλτράρεται στα πνευμόνια τους, που δονεί μόνο τις πιο βαριές φωνητικές χορδές, φωνή που δεν χρειάζεται στόμα για να βγει και να ακουστεί ανάμεσα στις χρυσοπράσινες ελιές και το θεόρατο ύψος του βράχου, φωνή που μαραίνει την ρίγανη και τα ασφοδελα, τις κουφοξυλιές και τα τροκάσια από τη ρουπακιά μέχρι τον παλιόμυλο.


Στερεύει πηγές ο ήχος και λουφάζει η φύση.

Τον φόβιζε αυτή η τρομακτική ωδή που είχε τύχει να ακούσει κάποια καλοκαίρια. Ένας τρόμος που έβγαινε από κλειστά στόματα. Μια φωνή πνιχτή και στακάτη. Ένας ρυθμός από βουβό κλάμα. Από μια μεγάλη ανάσα που πέρναγε ανάμεσα σε σφιγμένα δόντια. Μούσκευε τον κόμπο από τις μαύρες μαντήλες σε σκυμμένα, τραχιά κι ανέκφραστα μαρμάρινα γυναικεία πρόσωπα.

Την είδε να χάνει τον άντρα της κάποιο καλοκαίρι.


Μαυροντύθηκε, μάζεψε παιδιά, συγγενείς και φίλους και τον έκλαιγε μονορούφι μια νύχτα και μια ημέρα, καθισμένη σε μια καρέκλα ακίνητη για ώρες.


Γύριζε μόνο ψάχνοντας με τα μάτια την νύφη της, ξεχνώντας το κλάμα και το μοιρολόι για μια στιγμή, για να της πει.. «Ελένη εσύ το νου σου στο φαί… να φάνε οι άνθρωποι..». Και ξαναγύριζε στο πένθιμο μακρόσυρτο κλάμα της.


Την είδε και πάνω στο μνήμα της κόρης της σκυμμένη.


Με χέρια ανοιχτά στην απεραντοσύνη ενός κρύου λευκού μαρμάρου. Στη πίκρα της αιωνιότητας. Σαν μια υπόσχεση στο πουθενά η στο άγνωστο.

«να με καρτεράς Δημητρούλα μου».

«Θα είμαι κοντά σου η μαύρη μάνα …»

Κι έμεινε πιο μόνη εκεί, κάθε μεσημέρι στην λίγη σκιά του ζεστού καλοκαιρινού απομεσήμερου μετρώντας την ώρα, καθώς η σκιά του σπιτιού της, άπλωνε στις καυτές πλάκες. Κι άκουγε τη κόρνα του λεωφορείου κάπου πέρα μακριά, στην άλλη άκρη του χωριού προς την «δημοσιά».

Το λεωφορείο ήρθε. «Για την γριά δεν έρχεται κανείς πια».

Μονολογούσε.


Κι έδιωχνε τις κότες και τα κοκόρια της να μην την πλησιάζουν. Προσπαθώντας μέσα στην μοναχική αυστηρότητα της και τον πόνο της, να πει κάτι για να το ακούσει η ίδια.

«Χάσου να χαθείς παλιόκοτα πιο!!!»

Και μια μέρα στο ίδιο σημείο, με την ίδια αποπνικτική ζέστη, είχε βγάλει την μαντίλα κι είχαν απλωθεί τα μαλλιά της μέχρι τις πλάκες, περνά μια κυρά από τον δρόμο και φωνάζει…

«άιντε θεια-Φώταινα, καλώς τα δέχτηκες!»

Τινάχτηκε επάνω. Άστραψε η ματιά της.

« … ο εγγονός σου θεια-φώταινα, καλώς να τον δεχτείς.»

Δεν τον περίμενε. Κανένα δεν περίμενε. Είχε μεγαλώσει πια κι αυτός. Είχε χαθεί σε πολιτείες μακρινές και ξένες.


Έκρυψε τις πλεξούδες της στο μαύρο μαντίλι, έστρωσε τα καλά σεντόνια, σουλούπωσε τον γιούκο κι ό,τι είχε στη μέση.

Άνοιξε την αυλόπορτα και χύθηκε να τον βρει.

Τον έφερε στο σπίτι κρατημένο απ το χέρι σαν μωρό.

«Καλώς το μου καλώς το μου καλώς το μου το παιδί μου».

Κάθισαν εκεί έξω ξανά. Τον κοιτούσε βαθιά κρατώντας του το χέρι. Να ρωτάει τι κάνει, πως είναι. Να τα πει όλα… να μετράει τις λέξεις του να κρέμεται απ’ όσα έλεγε. Να της πει κι άλλα. Να μην σταματήσει.


Και είπαν πολλά. Για όλους. Για μικρά και μεγάλα.

Όλα έμοιαζαν σημαντικά. Μοναδικά.

Ξαφνικά άστραψε το γερασμένο της μάτι. Σηκώθηκε λες και είχε ξεχαστεί με την κουβέντα τους και χάθηκε μέσα στο σπίτι.

Έμεινε αυτός έξω την παρατηρούσε και χαμογελούσε.

Ξαναφάνηκε στη πορτούλα. Είδε να θάμπιζε ένα μικρό τσεκούρι στο χέρι της.

«Πούιντος … πούιντος ο άτιμος» είπε

Ακούστηκε σαν ένας φόβος να απλώνεται σ’ όλη την κοινότητα των πουλερικών πίσω του…

Κακάριζαν τρέχοντας ασυνάρτητα.

Αυτή γύριζε το βλέμμα κι έψαχνε ένα κόκορα. Τον καλύτερο. Τα πουλερικά πηδούσαν τρελαμένα δεξιά αριστερά. Εύχονταν να μπορούσαν να πετάξουν. Να φύγουν. Γέμισε ο τόπος πούπουλα. Έτρεχαν να σώσουν το τομάρι τους. Ατελείωτα κακαρίσματα τρομαγμένων πτηνών.

«Πού τρύπωσε ο άτιμος;»

Φόβος θανάτου. Κοκόρια και κότες σε μια ακατανόητη μάχη να προλάβουν να διαιωνίσουν το είδος. Ο μεγάλος, ο δυνατός ο αρχηγός, έτρεχε να αποφύγει το γραμμένο του. Και ξοπίσω του η γριά με το τσεκούρι. Η απειλή.

Τον στριμώξε κάποτε. Χτυπούσε αυτός φτερά, δάγκωνε, κακάριζε.

Αλλά ο λαιμός είχε αρχίσει να στενεύει απ την λαβή της Φώταινας.

Προσπάθησε ο εγγονός να την αποτρέψει, απ ό,τι φαντάστηκε ότι θα συμβεί.

Μάταια. Η γριά δεν άκουγε. Αμετάπειστη.

«Σώπα καλώς το μου» έλεγε και ξανάλεγε ανάμεσα σε πούπουλα και κουρνιαχτό.

«σώπα εσύ, σώπα…»

Ο πέλεκυς έπεσε με δύναμη στον λαιμό του μεγαλόσωμου κόκορα.

Δυο κίτρινα ποδάρια τ’ ανάσκελα, τεντωμένα, ζωγράφιζαν απεγνώσμενα στον αέρα ικεσίες, παρακλήσεις και κατάρες.

Η τελευταία κραυγή.

Ένα κόκκινο αχνιστό ποτάμι έσπειρε μια ησυχία στην αυλή.

Λούφαξε το απόβραδο.

Έμεινε το κεφάλι του κόκορα στα χέρια της με ανοιχτά ακόμα τα μάτια.

Ένα σώμα, ακέφαλο πια, ξεκίνησε να τρέχει, εδώ και εκεί, ραντίζοντας απ τον κομμένο του λαιμό, κόκκινο αίμα σε αρχαία μάρμαρα και χώματα. Λες και έψαχνε ακόμα μια ελπίδα να ζήσει. Μια διαφυγή.

Άδειαζε από ζωή τρέχοντας. Στα τυφλά. Έπεσε πάνω στο τοίχο του στάβλου. Μια τελευταία πνοή.

Η γριά, μονολόγησε με κατανόηση για την τύχη του κόκορα αλλά καθόλου για την έκπληξη και αμηχανία του εγγονού.

«Πού πας μωρ’ μαύρε κόκορα… Πού πας?»

Μάζεψε μια αγκαλιά ξερόκλαδα. Ξεφύσησε καμπόσες φορές να ζωντανέψει η φωτιά στο παραγώνι. Ένας καπνός ανέβαινε βαριεστημένα κι ατάραχα να βγει από μια τρύπα στα κεραμίδια. Σβέλτα μάζεψε απ τον κηπάκο μυρωδικά. Έβγαινε κι έμπαινε χωρίς λέξη στο απλωμένο χαμόγελο, στυλωμένη στο σχέδιο. Να τον ταΐσει με τον σιτευτό της κόκορα.. Τον κόκορα που ταΐστηκε με σιτάρι. Τον καλύτερο της. Να περιποιηθεί τον εγγονό της. Να μην πεινάσει. Από μακριά ερχόταν. Σπάνια ερχόταν και τα χρόνια της στέρευαν μέρα με την μέρα.

Θα έτριβε και μια «μυτζήθρα» να τα σκεπάζει όλα.

«να χορτάσεις καλώς το μου…»


Ένα χαμόγελο πλατύ σαν το αστείρευτο νερό της κλεψύδρας χόρευε με τις μούσες στο ροζιασμένο της πρόσωπο, απελευθερώνοντας ίχνη από την ομορφιά μιας περασμένης νιότης.

Δυο μάτια αετίσια χωμένα σε κόγχες δωρικές, οργωμένες από τον χρόνο βαθιά, σαν κακόπετρο χωράφι, θα έκλειναν για πάντα λίγο καιρό αργότερα.

Την περπάτησαν τα παιδιά της και τα εγγόνια της, οι συγγενείς και οι φίλοι για τελευταία φορά μπροστά απ το σπίτι με την φτωχική πόρτα, την στεγνή μουριά, την μισοξεραμένη κληματαριά και τον πέτρινο θολωτό φούρνο.

Μόνο η λεμονιά του κήπου της άπλωνε ευωδίες, στο δρόμο προς τ’ αλώνια και τα μνήματα.


Τελευταία βήματα. Βήματα αργά. Ήσυχα, να μην ταραχτεί ο τόπος από τον χαμό της. Να μην σβηστεί το αποτύπωμά της στη γη.

Να μην θροΐσουν οι χρυσοπράσινες ελιές ένα γύρω.

Να κοκκινίζουν τα φραγκόσυκα στην άκρη της ρεματιάς και να σταθούν προσοχή οι αρχαίοι κίονες αντίκρυ.

Διάφανες σταγόνες ενός φθινοπωρινού ψιλόβροχου έπεφταν από ψηλά, σαν αγιασμός, λες και έραιναν χώματα, πρόσωπα και μνήμες, χαραγμένες για πάντα μέσα μας.


Πηγή εικόνας: www.flickr.com/photos/philphotography/5866795145

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png