• GUEST WRITER

Ένα ευχάριστο απόγευμα

του Φώτη Λούκα


Πηγή εικόνας: wallpapercrafter.com

Ο τέταρτος όροφος έχει δυο πόρτες.

Μια γκρίζα παλιά και μια όμορφη περιποιημένη ξύλινη.

Η μια, η παλιά, είναι η δική μου. Λογικό. Αφού είμαι φοιτητής, άρα φτωχός. Η άλλη, η όμορφη, είναι του Γερμανού γείτονα μου.

Δεν τον έχω δει ποτέ. Δεν την έχω δει ποτέ να ανοίγει, δεν έχω δει ποτέ κάποιον να μπαίνει ή να βγαίνει.

Όμως ένας κοινός τοίχος δείχνει να χωρίζει το δικό μου δωμάτιο από το σπίτι του Χανς και κάποιες φορές άκουσα ομιλίες.

Eνα άλλο βράδυ, άκουσα και γοερά κλάματα.

Γυναικεία κλάματα.

Τινάχτηκα απ' το κρεβάτι μέσα στα σκοτάδια και κόλλησα το αυτί στον τοίχο.

Κάποιος φώναζε. Ένας άντρας και μετά μια γυναίκα. Μετά σιωπή. Μια πόρτα χτύπησε με πάταγο. Πόρτα πρέπει να ήταν.

Και το κλάμα συνέχιζε να τρυπά τον τοίχο και το μυαλό μου.

Mου έλαχε νυχτιάτικα, μετωπική σύγκρουση με την χνουδωτή, παλιομοδίτικη ταπετσαρία του δωματίου μου.

Τα χέρια σε έκταση και το μυαλό σε έκσταση.

Μην κλαις... έλεγα μέσα μου. Μην κλαις σε παρακαλώ.

Αλλά εκείνο συνεχιζόταν. Πότε δυνατά, πότε ήσυχα και λαχανιασμένα. Κι εγώ περίμενα κάποια αντίδραση, κάποια πόρτα, κάποια φωνή -αυτή η αντρική που πριν φώναζε και χτυπούσε τις πόρτες- κάποια ήρεμη φωνή να ακούσω, να πάει κοντά της να της πει «έλα μην κλαις πια…» και να το ακούσω μέσα στο σκοτάδι.

Να ησυχάσω.

Αλλά δεν ερχόταν κανείς. Και εκείνη έκλαιγε μόνη.

Περνούσε ο καιρός, ξεχάστηκα με τα δικά μου και σταμάτησα να σκέφτομαι το κλάμα. Ανεβοκατέβαινα τους τέσσερεις ορόφους και όλα έδειχναν να κυλούν ομαλά για όλους. Όσες φορές έρχονταν οι φίλοι μου στο σπίτι για καμιά πρόβα, σκεφτόμουν αν τους ανησυχούμε με τις μουσικές μας παραφωνίες. Αλλά ούτε και γι’ αυτό υπήρχε αντίδραση.

Έτσι και εκείνη την χειμωνιάτικη βραδιά όταν η πρόβα τελείωσε, κατεβήκαμε τους τέσσερεις ορόφους, περάσαμε την εσωτερική χιονισμένη αυλή του σπιτιού και φτάσαμε στην μεγάλη, εξωτερική πόρτα, που άνοιγε με ένα περίεργο κλειδί.

Αν δεν το είχες δεν την άνοιγες.

Κι αν την άνοιγες, δεν έπαιρνες πίσω το κλειδί, αν δεν ξανά κλείδωνες.

Από εκεί και μετά ο δρόμος. Η Ρόιτερστρασσε.

Άντε γεια. Τα λέμε μεθαύριο.

Τους ξέβγαλα και σκόρπισαν.

Γύρισα να μπω μέσα. Και εκεί τον είδα. Καθόταν έξω και έδειχνε να περιμένει κάτι. Ένας τεράστιος, σε ύψος και βάρος, άντρας, καμιά σαρανταφεύγα χρονω με φόρμα εργασίας και μια τεράστια δερμάτινη πλατιά ζώνη στη μέση του σαν παλαιστής με κοιλιά.

- εσείς παίζετε μουσική στο τέταρτο? με ρώτησε.

Σκέφτηκα ότι μόλις είχαμε ξυπνήσει τον γίγαντα… τέρμα οι πρόβες.

Η καριέρα μας θα έφτανε στο τέρμα της άδοξα!

- ναι εμείς..

- Έλληνες?

- ναι Έλληνες…

- καλά το κατάλαβα!.

Και μου άπλωσε το χέρι….. «Χάνς», συστήθηκε και χαμογέλασε περί τα δυο κεφάλια πάνω από μένα.

- κι εγώ έπαιζα κάποτε μουσική... έχω πολλά όργανα στο σπίτι.. Τρομπόνια, κορνέτες, τούμπες, μέχρι και ένα βιολί έχω.

Χαμογελούσα. Τι άλλο να έκανα!

Ο Χανς εξασκούσε την βερολινέζικη διάλεκτο επάνω μου χωρίς δεύτερες σκέψεις και με σκάναρε από πάνω μέχρι κάτω με το βλέμμα να βρει άραγε τον ερασιτέχνη μουσικό; ή τον Έλληνα φοιτητή; η και τα δυο;.

- έχεις καφέ στο σπίτι σου;

-Έχω καφέ στο σπίτι…

- Άντε πάμε!

Και ανεβήκαμε τους τέσσερεις ορόφους.

Άνοιξα την γκρίζα μου πόρτα και μπήκαμε στη κουζίνα. Άρχιζα να ψάχνω για καφέ. Έβαλα νερό στη καφετιέρα. Είχα δεν είχα δυο κουταλιές καφέ… έψαχνα κουταλάκι. Όλα πεταμένα στο νεροχύτη… κούπες άπλυτες από τους φίλους πριν… Μια ακαταστασία και μισή. Ντράπηκα.

Ο Χανς συνέχιζε ακάθεκτος τις ερωτήσεις κι εγώ ζοριζόμουν να τον καταλάβω μέσα απ τα μακρόσυρτα βερολινέζικα γερμανικά του, την ντροπή μου και την προετοιμασία του καφέ.

- έχεις και μουσική ελληνική;

- έχω.

- βάλε ντε!

Άρχισα να ψάχνω. Μια κασέτα είχα όλη κι όλη… «Τρίτη ανθολογία»… Σπανός. Δώρο των φίλων μου στη γιορτή μου. Λίγες μέρες πριν φύγω από Ελλάδα.

Να ακούω εκεί που θα είμαι μόνος. Να θυμάμαι.

Και ένα κασετόφωνο.

Την έβαλα…

«Σπασμένο καράβι να’ μαι πέρα βαθιά, έτσι να’ μαι »

Η καφετιέρα με λιγοστό νερό είχε αρχίζει τα κσούφ κσούφ και ο Χάνς είχε πάρει μια έκφραση απογοήτευσης, με τεντωμένο τον λαιμό, προσπαθώντας να κατανοήσει αυτό που άκουγε.

- είναι ελληνική μουσική αυτό?

- Ναι είναι, είπα με σιγουριά και καμάρι.

- δεν είναι ελληνικά αυτό φίλε μου!!

- φυσικά και είναι…

- δεν είναι. Τέλος.

Και σηκώθηκε.

Πλησίασε την καφετιέρα και έσκυψε να δει μέσα στην γυάλινη κανάτα, το αποτέλεσμα της ροής του καυτού νερού μέσα από το φίλτρο με τον λιγοστό καφέ.

- και εσύ έφτιαξες τσάι... όχι καφέ.

Ήταν όντος ένα άθλιο δείγμα καφέ. Έμοιαζε με τσάι. Ποικιλία αγνώστου πατρός και προελεύσεως. Χαμογέλασε μεγαλόψυχα και συγκαταβατικά. Κρατώντας τα κλειδιά του, έδειξε προς την πόρτα.

- Πάμε σε μένα δίπλα. Εμπρός πάμε.

Και πήγαμε δίπλα.

Μέσα απ την περιποιημένη ξύλινη πόρτα. Ένας διάδρομος που οδηγούσε προς την κουζίνα. Μετά την κουζίνα, ένα τεράστιο σαλόνι. Τηλεόραση τεράστια, τραπεζάκι μακρόστενο, κοντό, ανάμεσα σε καναπέδες και πολυθρόνες, μια ντουλάπα να καλύπτει ένα τοίχο ολόκληρο, με βιτρίνα στη μέση. Σειρές από καλογυαλισμένα ποτήρια, μικρά και μεγάλα.

Φούσκωσε ένα καμάρι μέσα του, τσίτωσε η πέτσινη ζωστήρα στη κοιλιά του.

- Κοίτα, είπε. Να, τα όργανα που έπαιζα.

Και είδα διάφορα χάλκινα να γυαλίζουν στο λιγοστό φως του διαδρόμου πίσω μου. Τρομπόνι, τρομπέτα, μια κιθάρα, χαρτιά, παρτιτούρες, θήκη βιολιού.

Χάζευα τα μουσικά όργανα αλλά το μυαλό μου έτρεχε σε εκείνο το γυναικείο κλάμα εκείνης της νύχτας.

Και δεν έβλεπα καμία γυναίκα εκεί. Όμως το σπίτι έμοιαζε να το κουμαντάρει κάποια γυναίκα. Όλα στη θέση τους. Ταχτοποιημένα. Κουζίνα, ράφια, σαλόνι. Όλα.

«Δεν μπορεί» σκέφτηκα. «Κάπου πρέπει να υπάρχει και μια γυναίκα».

Ο Χανς διέκοψε με βροντερή φωνή τις σκέψεις μου.

- είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα έχετε χίλια διακόσια πέντε νησιά?

- έχουμε αρκετά, αλλά δεν πιστεύω να είναι χίλια διακόσια πέντε…

- κι όμως έχετε χίλια διακόσια πέντε νησιά! Μου το είπε ο φίλος μου ο αστυνομικός.

- δεν ξέρω πόσα έχουμε Χάνς… ίσως να έχουμε! Αλλά ακούγονται πολλά τα χίλια διακόσια πέντε…

- μα σίγουρα έχετε. Το είπε ο φίλος μου λέω. Είναι αστυνομικός!

- και πώς είναι σίγουρος ο φίλος σου ο αστυνομικός;

- οι αστυνομικοί τα ξέρουν όλα μικρέ μου Έλληνα…!

Σταμάτησα να αναρωτιέμαι και χαμογέλασα προσποιητά.

Τι νόημα θα είχε να είναι τόσα η λιγότερα.

Είχε μια νευρικότητα που δεν μπορούσα να καταλάβω. Μια κίνηση πέρα δώθε στη κουζίνα να κάνει καφέ, στις ντουλάπες να ψάχνει κι άλλα όργανα, για να με εντυπωσιάσει και να βάζει ποτήρια στο τραπέζι για να πιούμε. Μου είπε ότι δούλευε σε μια γνωστή μάρκα παραγωγής μπύρας στην περιοχή κι ότι όλη μέρα γυρνούσε στο Βερολίνο και κατέβαζε απ' το φορτηγό τα γεμάτα βαρέλια μπύρας σε κάθε μπυραρία που τα χρειάζονταν.

- είναι βαριά τα άτιμα. Και πρέπει να τα κατεβάζουμε στα μουχλιασμένα κελάρια και να τα αλλάξουμε με τα άδεια. Κάθε μέρα τα ιδία.

Κούνησε το κεφάλι του παίρνοντας ένα σκυθρωπό ύφος. Πήρε μια ανάσα να πει κάτι, μετά έδειξε να το μετανιώνει αλλά μάλλον το ξανασκέφτηκε και αποφάσισε να το πει σαν εξομολόγηση, σαν ξαλάφρωμα κάπως.

- Ε να! Και μετά από τόση κούραση γυρίζω σπίτι και αυτή φωνάζει...

- Αυτή; Ποια αυτή;

«Εδώ είμαστε» σκέφτηκα. Αλλά ήμουν σε ξένο σπίτι έπρεπε να κρατήσω τα χαλινάρια της περιέργείας μου σε επίπεδα πολιτισμένα.

Ο Χάνς κοκκίνιζε και φούσκωνε τα μάγουλά του με αέρα ..

- Αυτή. Η γυναίκα μου! Η Γκάμπυ. Όλο φωνάζει! Αλλά κάποια μέρα θα την σκοτώσω να ξέρεις. Εκεί έχω το πιστόλι. Κι έδειξε πάνω απ την ντουλάπα του σαλονιού.

Μια έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο μου σίγουρα. Ανακατωμένη με μια δόση υπογάστριου φόβου. Το έπιασε αμέσως κι άρχισε κάτι καθησυχαστικά χαζοχαμόγελα.

- έλα μωρέ Έλληνα γείτονα, πλάκα κάνω.

Είπα να ηρεμήσω και να προσπαθήσω στη πρώτη ευκαιρία να τα μαζεύω με τρόπο. Ας χαμογελούσα θεωρώντας τα προηγούμενα λόγια του ως αστεία περίπου.

Αυτός ασταμάτητος, να πηγαίνει απ' το ένα θέμα στο άλλο για να ξαναγυρίζει στο αρχικό.

Εμένα βέβαια το στομάχι μου, σταυρόκομπος.

- εσύ σε νησί μένεις στην Ελλάδα?

- όχι Χανς. Μένω στην Αθήνα.

- όχι στον Πειρέους?

- όχι Χανς στην Αθήνα μένω.

- βαρούμ δεν μένεις σε νησί?

- καλή ερώτηση Χανς. Αλλά που να σου εξηγώ.

- Όμως κάτι δεν μ' αρέσει στην Ελλάδα πρέπει να πω…

- Τι δεν σ αρέσει Χανς?

- Το κρασί ρετσίνα… κι αυτός είναι ο λόγος που απόψε δεν θα πιούμε ρετσίνα. Αλλά θα πιούμε όλα τα υπόλοιπα. Δεν συμφωνείς αρχαίε Έλληνα;

Κι άρχισε να γελάει γεμίζοντας το μακρόστενο τραπεζάκι με καφέ και μπουκάλια με διάφορα αλκοολούχα ποτά. Μοίραζε ασταμάτητα στα ποτήρια μας και έπινε προτρέποντας και εμένα να πιω.

Σήκωνε τη χερούκλα του με το ποτήρι και φώναζε «γεια μας» σε σπαστά ελληνικά με βερολινέζικη προφορά. Έδειχνε να το χαιρόταν που έπινα μαζί του. Εγώ πάλι έβλεπα να χάνω τις αφορμές για να φύγω μια ώρα αρχύτερα.

- γεια μας Έλληνα γείτονα.

- γεια μας

Κι άνοιγε κι άλλο μπουκάλι.

Αργά και σταθερά ένοιωθα να περνώ τα όρια που θα άντεχα αυτή την απρόοπτη συνάντηση με το αλκοόλ στο σπίτι του Χάνς.

Ζαλιζόμουν. Αλλά αυτός συνέχιζε ακάθεκτος την οινοποσία και την λογοδιάρροια του.

- να ξέρεις… οι αστυνομικοί δεν λένε ποτέ ψέματα… έχετε χίλια διακόσια πέντε νησιά και κρίμα που δεν το ξέρεις εσύ, που είσαι και Έλληνας…

Δεν μπορούσα να αντιτάξω τίποτα. Ένοιωθα σχεδόν μεθυσμένος. Με κυριάρχησε μια χαλαρωτική ευφορία. Και τα νούμερα στα γερμανικά με μπέρδευαν ακόμα τότε.

- καλά Χανς έχουμε χίλια διακόσια τόσα νησιά

- χίλια διακόσια πέντε!

- ναι όσα... αλλά είναι όλα πανέμορφα να ξέρεις. Ακόμα και τα πέντε τελευταία που λέει ο φίλος σου ο αστυνόμος.

- είμαι σίγουρος γι αυτό, έλα λοιπόν, να πιούμε αυτό το ποτήρι, τώρα, για τα νησιά σας!

Και δωσ' του πάλι τα γεια μας στο όνομα των νησιών απ την αρχή.

Σηκώθηκε με κόπο κάποια στιγμή. Με κοίταξε με πρόσωπο κόκκινο και μάτια θολά.

- επειδή εδώ κάνει κρύο… δεν είναι Ελλάδα εδώ άλλωστε.

Παραπατούσε.

- Θα σου κάνω τώρα ένα ποτό για το κρύο, αλλά θα το πιεις όλο.

- όχι άλλο ποτό Χανς… όχι άλλο, δεν αντέχω άλλο... ούτε κρυώνω!

- Αντέχεις.. και έξω έχει κρύο.

Και άρχισε να ψάχνει τα ποτήρια στα ράφια.

Βρήκε δυο μεγάλα, της Μπύρας.

- Βράζεις νερό… ρίχνεις τρεις κουταλιές ζάχαρη, βάζεις αρκετό ρούμι και γεμίζεις μέχρι επάνω με το καυτό νερό. Να ξέρεις.

Τα έλεγε βερολινέζικα. Τα έλεγε μισοζαλισμένα. Στο άκουσμα της «συνταγής» ζαλίστηκα περισσότερο.

Προσπάθησα να διαφωνήσω όσο πιο ευγενικά μπορούσα.

Ότι δεν πίνω πολύ… δεν είμαι καλό «ποτήρι» Έλεγα διάφορα. Ό,τι μπορούσα έλεγα!

Αλλά δεν με άκουγε. Μόνο χαμογελούσε από την χαρά της φιλοξενίας με το ζόρι.

Σηκώσαμε τα βαριά ποτήρια. Είχαν ένα πορτοκαλί σκούρο χρώμα. Άχνιζαν!

- Ας πιούμε φίλε Έλληνα. Και εντάξει.. αφού φοβάσαι, δεν θα την σκοτώσω την Γκάμπυ! Όχι απόψε. Απόψε έχω επισκέπτες στο σπίτι.

Και έσκασε στα γέλια με την ποτηρούκλα του σηκωμένη και παραπαίουσα, με έδειχνε -εγώ ο επισκέπτης-, ο απολαμβάνων την φιλοξενία του μέγα Χάνς του πότη. Τρομάρα μου.

Τσουγκρίσαμε ξανά και μου φάνηκε σαν κανονιά απ τον Λυκαβηττό.

Κάτι σαν εθνική γιορτή μετά παρελάσεως.

Κι όσο έπινα το ζεστό μείγμα, με ζάχαρη και ρούμι, τόσο νόμιζα ότι η παρέλαση είχε ξεστρατίσει προς το Χίλτον κι ανέβαινε για τον Καρέα.

Και η μπάντα με τις τούμπες και τα τρομπόνια του Χανς να γυαλίζουν στον αττικό ουρανό έπαιζε βαλσάκια τύπου «άστα τα μαλλάκια σου»

- Μάλλον έχω πιει πολύ Χανς.

- Μια χαρά είσαι… συνέχισε.

Και συνέχισα….

Και η μπάντα είχε μαέστρο τον Χανς και ανηφόριζε προς τον Βύρωνα και ψηλά εκεί ήταν ο Υμηττός, μέσα στα πεύκα και είχε κι ένα αεράκι δροσερό, κι ας ένοιωθα τα μαγουλά μου να καίνε και ήθελα να σηκώσω τα μανίκια να δροσιστώ… αλλά πώς να το κάνω; Αφού έπαιζα το μεγάλο τύμπανο κι έβλεπα στα πεζοδρόμια φίλους. Όλους τους φίλους μου να με χαιρετούν κι έδειχναν όλοι χαρούμενοι… κι περπατούσαν μαζί με την μπάντα, παράλληλα… κι εγώ, εν μέσω ιαχών φώναζα…. γεια σου Σπυρέτο…. γεια σου Μήτσι… γεια σου Σπυράκο μικρέ… Γιάννη, μην κοροϊδεύεις ρε! Και κουνούσαν τα χέρια τους με μικρές γαλανόλευκες σημαιούλες πίσω από μια παρέα κοριτσιών με μπλε ποδιές κι άσπρους γιακάδες στους λαιμούς, που κρατούσαν όλες μαζί ένα μεγάλο μακρόστενο πανό «Γυμνάσιο Θηλέων Ηλιουπόλεως».

Και η γκρανκάσα τρυπούσε τα αυτιά μου. Ντούπ ντούπ. Και ο μαέστρος Χανς μπροστά, πρώτος πρώτος, κρατούσε εκείνη την μεγάλη ράβδο με τα χρυσά κορδόνια και τις ασπροκόκκινες κορδέλες, και με απίστευτη χάρη και σβελτάδα τις πετάνε στον αέρα και τις ξαναπιάνουν την ώρα που πρέπει, την ώρα που ο τόνος της μουσικής και όλων των οργάνων ταυτίζεται απόλυτα στο μεγάλο και δυνατό ντούπ. Και μετά γυρίζοντας προς τους μουσικούς της φιλαρμονικής έγνεψε με τρόπο που όλοι μας καταλάβαμε και αλλάξαμε τον ρυθμό σε κάτι ποιο κλασσικό

Στράους τώρα παιδιά. Στράους! Τον μπλε Δούναβη, εμπρός … πάμε με το ένα, και, ντούπ!!

Και ο τυμπανιστής έδειχνε πάλι τον δρόμο του νέου ρυθμού κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί μια παρέλαση ανεβαίνει προς τον Καρέα και παίζει παλιά Βιεννέζικα βαλς;

Πολύ παράξενα πράγματα για την περιοχή!

- Γειάααα μας! Πιες!! Άσπρο πάτο αρχαίε Έλληνα φίλε μου!!!.

Κι όμως ο Χανς καθόταν απέναντι μου με το κοκκινισμένο πρόσωπο τα θολά μάτια, ακόμα μέσα στην φόρμα εργασίας με τις κίτρινες κονκάρδες της εταιρείας παράγωγης μπύρας «Berliner Kindl», με την τεραστία δερμάτινη ζώνη στη μέση, να αντιστέκεται στην προέκταση της κοιλιακής του χώρας προς τα έξω. Με υψωμένο ποτήρι προς τα εμπρός, που κάποιες φορές το έφερνε προς το στόμα του και κατέβαζε τεράστιες γουλιές, αναφωνώντας ένα "αααα" ευχαρίστησης στο τέλος.

- Έλα γείτονα, είναι αγένεια να αφήνεις το ποτήρι σου μισογεμάτο.

Και εκείνο το ρημαδοποτήρι μου έμοιαζε μεγαλύτερο όσο περνούσε η ώρα. Δυσκολευόμουν να καταναλώσω όλον αυτό τον όγκο οινοπνεύματος αλλά ήταν κι ένα θέμα πολιτισμένης συμπεριφοράς. Το ποτήρι σου πρέπει να το πιεις όλο, όταν στο προσφέρει ο οικοδεσπότης στη Γερμανία. Ίσως και σε άλλα μέρη. Αλλά ποιος νοιαζόταν εκείνη την στιγμή για τα άλλα μέρη.

Εγώ δεν τα έβγαζα πέρα με τούτο το μέρος εδώ. Τα αλλά με μάραναν.

Ήμουν πια σίγουρος. Είχα ξεπεράσει την αντοχή μου στα οινοπνεύματα. Και θα ήμουν κακός μάρτυρας σε φόνο μετά σφοδρής οινοποσίας. Το βλέμμα μου είχε μετατραπεί σε καλειδοσκόπιο.

Νόμισα ότι τσίριξε. Σηκώθηκε παραπατώντας.

- ξεχάσαμε την μουσική.!!! Πάω να βάλω μουσική…

Πως νόμιζα ότι είχαμε ήδη μουσική;

Κι όταν κατάφερε να σταθεί, σταμάτησε απότομα.

Σαν να άκουσε κάτι. Άλλαξε η όψη του σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι.

Ωχ σκέφτηκα… κι αυτός παρελάσεις βλέπει.

Είδα την γάτα κάπως σε αργή κίνηση να φεύγει από το δωμάτιο προς το βάθος του διαδρόμου. Άκουσα μια πόρτα να κλείνει. Κλειδιά κουδούνιζαν, βήματα ακούστηκαν και έκανε την εμφάνιση της μια γυναίκα.

Είχε ένα αγριεμένο πρόσωπο και κόκκινα μαλλιά. Εκτός αν τα έβλεπα όλα κόκκινα εκείνο το βράδυ. Ίσως μια ασυνείδητη προβολή αίματος, μετά από δυο η και τρεις πυροβολισμούς. Το βλέμμα της που έπεσε επάνω μου, ήταν κάτι μεταξύ μίσους και αηδίας για την παρουσία μου εκεί. Ίσως και για την ύπαρξη μου σε αυτόν τον κόσμο.

Γύρισα προς τον Χανς. Προσπαθούσε να σταθεί με τη χερούκλα να στηρίζεται στην άκρη του καναπέ. Είχε ένα ηλίθιο ενοχικό χαμόγελο. Είπε κάτι σαν… «η γυναίκα μου … η Γκάμπυ» και ξανασωριάστικε στον καναπέ ψελλίζοντας…

- να σου εξηγήσω… από εδώ ο γείτονας... και με έδειχνε με το χέρι.

Η ματιά της αγριεμένης Γκαμπυ τον καθήλωνε σε ακινησία.

- ο γείτονας είναι Έλληνας!!!… συνέχιζε, με κατακόκκινα μάγουλα και γουρλωμένα μάτια δείχνοντας προς το διαμέρισμα μου, με το δάχτυλο του στον αέρα να κάνει στροφές. Γύριζα κι εγώ να δω μέσα στην ζαλάδα μου. Κι έβλεπα την Γκάμπυ να θυμώνει περισσότερο. Να κουνάει τα χέρια, να ανεβάζει τον τόνο στην φωνή, να δείχνει εμένα, εκείνον, το τραπεζάκι με τα μπουκάλια και τα ποτήρια, να δείχνει κάπου προς τα έξω, να δείχνει προς τα μέσα, να σφυρίζουν τα γερμανικά της και να μακραίνουν οι λέξεις στο μυαλό μου και στα αυτιά μου. Ο Χανς προσπαθούσε να αρθρώσει μερικές κουβέντες ότι «να βρε Γκάμπυ μου... ξέρεις, βρεθήκαμε με τον γείτονα κάτω στην είσοδο… είναι Έλληνας ξέρεις!..» να υποστηρίξει την θέση του, να σώσει ένα γόητρο κάπως, να σώσει τα προσχήματα, να βάλει ένα γκολ της τιμής βρε αδελφέ! Έξαλλου ήταν και ένα θέμα φιλοξενίας. Δεν μπορεί, να καλείς κάποιον στο σπίτι σου, και ιδίως έναν γείτονα που έτυχε να είναι και Έλληνας και ξαφνικά να μπουκάρει η Γκάμπυ σου και να τα κάνει όλα γης μαδιάμ!

Άσε που την έχεις και ένα άχτι. Και έχεις κι ένα κρυμμένο όπλο στη ντουλάπα ψηλά ψηλά. Και έχεις και την πρόθεση να της την μπουμπουνίξεις κάποια στιγμή, κατά τα λεγόμενά σου δηλαδή και σκέφτομαι, αυτή η στιγμή έχει όλα τα φόντα, να μετατραπεί σε στυγνή πραγματικότητα και να σε γράφουν όλες οι παλιοφυλλάδες την άλλη μέρα με, να, κάτι φωτογραφίες. Και εσού και εμού και φυσικά της αδικοχαμένης, διότι και φουλ πιωμένος είσαι, φίλτατε Χανς και αυτή φωνάζει και ρίχνει δηλητηριώδη βέλη στον αντρικό σου εγωισμό και τον πετυχαίνει, η άτιμη, η Γκάμπυ και εμένα έχεις απέναντι σου, να μοιάζει χαμένος στα αλκοολικά σου σκευάσματα και στις θυμωμένες γερμανικούρες γύρω του και μάλλον νιώθεις ανέντιμα, απέναντι σε όλο το ελληνικό γένος και φέρεις μια μεγάλη ευθύνη, που ρεζιλεύεσαι έτσι απροκάλυπτα, ενώ λίγες στιγμές πριν, πίναμε όμορφα και καθαρά και περνούσαμε ζάχαρη, με τις παρελάσεις στο μυαλό μας και τα βαλς του Στράους και χάναμε το μέτρημα των νησιών, στο ελληνικό αρχιπέλαγος.

Κι η γυναίκα σου φίλε Χανς, στέκει εδώ μπροστά μας και είναι πολύ θυμωμένη και με σένα και με έμενα και με το αλκοόλ και ποιος ξέρει με τι άλλο, από παλιά και πόσα βρήκε ευκαιρία, τώρα, να τα μαζέψει και να σου τα δίνει στο πιάτο, παρουσία μου. Και δεν θέλει να ακούσει καμιά σου δικαιολογία, τις βρίσκει όλες αβάσιμες και ασήμαντες και τιποτένιες κι ας στέκεις εκεί, εσύ, σαν αρκούδα ζαλισμένη, με την τεράστια δερμάτινη ζώνη να κρατάει την κοιλιά σου, με όσο οινόπνευμα υπάρχει μέσα, σαν Ρώσος αθλητής της άρσης βαρών και η Γκάμπυ να δείχνει μπροστά σου σαν την Βίκυ Λέανδρος, σε γραμματόσημο, μικροκαμωμένη και αδύνατη, αλλά με φωνή ρε Χανς!. Φωνή και ψυχή και νεύρο και αποφασιστικότητα ένα κάρο!. Και να μην θέλει να ακούσει τίποτα από όσα λες, διότι όλη μέρα, πίνεις και ξαναπίνεις και δεν σταματάς να πίνεις και κάνεις όλα όσα δεν πρέπει. Μόνο αυτά κάνεις. Τα μη πρέποντα!. Και σε βαρέθηκε να πίνεις και θα τα μαζέψει τώρα όλα και θα τα πετάξει στα σκουπίδια και τα σκατομπούκαλια σου και τα σκατοποτήρια και ό,τι μυρίζει αλκοόλ εδώ μέσα γιατί αμάν πια, με σένα και τους σκατόφιλους σου.

Με γεμάτα χέρια από ποτήρια και μπουκάλια έκανε προς την κουζίνα. Μονολογούσε για το αλκοόλ, έλεγε για μένα, για τον αστυνόμο φίλο σου. Γενεές δεκατέσσερις φίλε μου.

Ο Χανς με ύφος τεθλιμμένου συγγενούς, έγειρε προς τα εμπρός, σχεδόν μπροστά στο πρόσωπο μου

- Θα την σκοτώσω κάποτε... είπε εμπιστευτικά. Συνωμοτικά.

Στο χέρι μου είχε μείνει το βαρύ ποτήρι μισοάδειο. Το ακούμπησα στο τραπεζάκι μπροστά μου, χωρίς ίχνος ντροπής, για την παραβίαση των γερμανικών εθίμων, περί φιλοξενίας και έκανα να σηκωθώ. Όπως μπορούσα. Δεν ήταν κι εύκολο. Ήταν όμως μια ευκαιρία να πηγαίνω. Μπόρεσα και στάθηκα όρθιος. Περίπου όρθιος. Το μυαλό μου καιγόταν. Ο Χάνς είχε πέσει σε ένα είδος περισυλλογής. Καθισμένος στον καναπέ με τα ξύλινα γυριστά μπράτσα και τα μωβ μαξιλάρια με τα χέρια του στα μάγουλα, έδειχνε να αποφασίζει εν θερμώ για τον επικείμενο φόνο. Έτσι μου έμοιαζε τουλάχιστον.

Είπα ένα ανακουφιστικό αουφβιντερζεεν και δεν αποκρίθηκε κανείς.

Η Γκάμπυ συνέχιζε να χώνει για τα όσα έχει πιει απ το πρωί ο άνδρας της και ακόμα περισσότερα, που πια, δεν μπορούσα να καταλάβω.

Άνοιξα την πόρτα μου δύσκολα.

Είχα μια ατελείωτη ζαλάδα όταν ξάπλωσα εκείνο το βράδυ. Στ' αυτιά μου αντηχούσαν, τα ακατανόητα, θυμωμένα γερμανικά της γυναίκας του Χανς. Λες και περνούσαν τεθωρακισμένα. Μέσα στο δωμάτιο μου. Δίπλα μου. Λες και θα έπεφτε ο τοίχος και μέσα απ το χάλασμα, θα έσκαγε μύτη η κάνη τους, μαύρη κι απειλητική. Και μετά, ο Χανς με ένα περίστροφο στο χέρι, προτεταμένο, να καπνίζει ακόμα, και στο άλλο να κρατάει το λεπτό κι ελαφρύ άψυχο σώμα της γυναίκας του.

«...ωχου, δεν με παρατάτε όλοι σας» σκέφτηκα μέσα στη ζάλη μου.

Αντηχούσαν οι φωνές των φίλων μου σ' εκείνη την περίεργη παρέλαση που σκάρωνε το ζαλισμένο μου μυαλό. Ήθελα να ήμουν μαζί τους. Να κρατούσα μια σημαιούλα και να μας δρόσιζε το αεράκι του Υμηττού.

Να ανέμιζαν οι κουρτίνες από τ’ ανοιχτά παράθυρα στο πατρικό μου.

Να έπεφτε ένα κόκκινο σούρουπο πάνω απ τον Σαρωνικό. Να ζωγραφιζόταν το περίγραμμα της Αίγινας και στο ελληνικό να ανεβοκατέβαιναν αεροπλάνα απ όλο τον κόσμο. Ήθελα να μην είχε ανηφόρες ο Καρέας. Να μην χιόνιζε στη Γερμανία. Να μην φώναζε η Γκάμβυ. Να μην την σκότωνε ο Χανς.

Ζαλιζόμουν επικίνδυνα.

Στο τελείωμα του χειμώνα είχα αλλάξει ζωή. Κοιμόμουν αλλού. Το σπίτι στη Ρόιτερ έμενε αδειανό κι έρημο. Σπάνια πήγαινα πια.

Και ξαναήρθε ο άλλος χειμώνας με τα κρύα του και τα χιόνια του. Και είχα βρει ένα νέο δωμάτιο να μένω σε κάποια φοιτητική εστία. Στο κέντρο της πόλης. Οι επισκέψεις μου στην Ρόιτερστράσσε είχαν αραιώσει. Ελάχιστα πράγματα είχα πια εκεί και έπρεπε να τα πάρω κάποτε. Λίγα χαρτοκιβώτια έμεναν πια.

Πήγα ξανά για τελευταία φορά. Αποφασισμένος να τα μαζέψω όλα.

Κάποιος χτυπούσε την πόρτα μου!. Σήκωσα το κεφάλι

παραξενεμένος.

Ποιος να χτυπά;. Ποτέ κάνεις δεν μου είχε χτυπήσει αυτή την πόρτα.

Με έκπληξη, που πρέπει λίγο να αλλοίωνε το πρόσωπο μου, άνοιξα.

Απέξω στεκόταν η Γκάμπυ.

Χαμογελούσε γλυκά. Με κόκκινα μαλλιά. Έδειχνε όμορφη, ήρεμη, αλλαγμένη, χαρούμενη. Το ίδιο χαμηλών διαστάσεων. Όπως πάντα. Σε ύψος και βάρος. Ένα χαρούμενο πούπουλο.

«τουλάχιστον ζει...» σκέφτηκα και της χαμογέλασα.

- Ξέρεις... ο φίλος σου είναι άρρωστος, κρυολόγησε και μου είπε να σε βρω. Θέλει να του κάνεις παρέα είπε… σε ψάχναμε καιρό. Αλλά που να σε βρούμε…! Εσύ εξαφανίστηκες πια! «Νίχτ βαρ;;»

Και τα βερολινέζικα της, μου ακούγονταν σήμερα τραγουδιστά, μελωδικά. Μα τι γλυκά που μιλούσε! Εξέπεμπε μια παράξενη οικειότητα. Μια φιλική διάθεση. Και τα χέρια της είχαν μια κίνηση αγκαλιάς.

Κόμπιασε λίγο, χαμήλωσε με μια ιδέα ενοχής τα μάτια, πήρε μια ανάσα και συνέχισε…

- συγγνώμη για τότε... αλλά πρέπει να σου πω ότι ο φίλος σου πήγε στο νοσοκομείο για τον αλκοολισμό του… δεν έπρεπε να πίνει. Κακό πράγμα το αλκοόλ έτσι δεν είναι;. Όμως τώρα είναι μια χαρά.

Και ένα φως απλώθηκε πάνω στις τελευταίες λέξεις της.

«το γλιτώσαμε το φέσι για σήμερα» σκέφτηκα, με μια περίεργη εσωτερική διάθεση αυτοσαρκασμού!.

Με κοιτούσε στα μάτια, σαν συγγνώμη χωρίς φωνή και είχε σηκώσει το ένα χέρι δείχνοντας πίσω της την όμορφη, περιποιημένη φρεσκοβαμμένη εξώπορτά τους.

-Θα έρθεις ε;

Έκλεισα και πήγα.

Ήταν σαν τον καίσαρα σε ανάκλιντρο. Στον ίδιο καναπέ με τις μωβ μαξιλάρες. Χαμογελούσε μέχρι τα αυτιά όταν μπήκα μέσα. Σκεπασμένος με κάποιες κουβέρτες. Ανασηκώθηκε λίγο.

- Γεια σου αρχαίε Έλληνα είμαι άρρωστος… κρύωσα. Σκατόκαιρος εδώ. Πόσους βαθμούς έχει στην Ελλάδα τώρα;

- Δεν ξέρω πόσους βαθμούς έχει η Ελλάδα, αλλά σίγουρα θα ξέρει ο φίλος σου ο αστυνόμος… Η αστυνομία τα ξέρει όλα. Έτσι δεν είναι Χανς;

Σκέφτηκα να του πω ότι ξέρω και μια συνταγή με ζάχαρη και ρούμι για τα κρυολογήματα. Αλλά δεν τόλμησα.

Και έσκασε στα γέλια σαν χαρούμενος γίγαντας Γκιούλιβερ που απλά έτυχε λόγω χειμώνα και ελαφρού κρυολογήματος να καθηλωθεί στον μωβ καναπέ του για λίγο, περιτριγυρισμένος από χαρτομάντιλα και ασπιρίνες, μέχρι που τα γέλια έγιναν βήχας και ο βήχας κάτι σαν ρόγχος και η Γκόμπι έτρεξε να του χτυπήσει την πλάτη κι εγώ το ίδιο και ο Χανς έβγαλε τις χερούκλες απ τις κουβέρτες κι ανασηκώθηκε κάπως να συνέρθει και είπε…

- αυτός ο ηλίθιος όλα τα ήξερε μόνο ένα δεν ήξερε. Που ήσουν τόσο καιρό χαμένος;. Αρχαίε Έλληνα γείτονα. Που ήσουν λοιπόν?

- σκεφτόμουν κάτι βρε Χάνς τόσο καιρό.. δυσκολεύτηκα βέβαια.. αλλά τώρα που την ξαναείδα το ξανασκέφτηκα.

- τι έγινε; Τι σκέφτηκες; Μίλα !

Γούρλωσε το ένα μάτι και με κοίταξε με ύφος εμφανέστατης προσμονής και αγωνίας, όσο καθυστερούσα να πω το αστείο μου, γυρίζοντας τάχα, να δω μη και μας ακούει η γυναίκα του.

- πως διάολο την σκοτώνεις αλλά αυτή συνεχίζει να ζει;;

Τραντάχτηκε ο καναπές πάλι από τα γέλια του μαζί με τα πνευμόνια του, έπεσαν οι κουβέρτες, μισές στο πάτωμα μισές επάνω του, μπερδεμένες, σαν κακοντυμένος ανατολίτης, ανασηκώθηκε να πάρει ανάσα, έσκυψε λίγο προς το μέρος μου και είπε ψιθυρίζοντας, κι έτοιμος πάλι να γελάσει, βροντερά και στεντόρεια, πριν καν το πει.

- σιγά μην σκότωνα τον θυσαυρούλι μου. Το πίστεψες στ αλήθεια;

Όχι πες μου… το πίστεψες;

… Αλλά χάρηκε που με βλέπει πάλι εδώ, αν και τότε το παρακάναμε λιγάκι και ένοιωσε άσχημα, πολύ άσχημα!. Και το σκεφτόταν πολλές ημέρες ξανά και ξανά και ήθελε κάποτε να με συναντήσει, όχι για να τα ξανατσούξουμε «ούτε ποτήρι πλέον, κομμένα αυτά!», αλλά για να φύγει από πάνω του ένα βάρος, ένα σκατοβάρος που τον έπνιγε, γιατί μια φορά πήγα σπίτι τους και έπρεπε όλα να συμβούν με άλλη σειρά, τέτοια, που να αρμόζει και στον σπιτονοικοκύρη, αλλά κυρίως στον φιλοξενούμενο.

Και η Γκάμπυ γελούσε από την κουζίνα σαν χαρούμενος σπίνος και προετοίμαζε σωστό φρεσκοαλεσμένο γερμανικό καφέ «με μια πρέζα αλάτι στο φίλτρο για την νοστιμιά». Όχι σαν τον δικό μου, που καφέ ήθελα και τσάι έφτιαχνα, και τον πίναμε με τις ώρες και μασουλάγαμε γερμανικά χριστουγεννιάτικα κουλουράκια, περιχυμένα με ελαφριά άσπρη σοκολάτα και κανέλα και γελούσαμε με τη δυσκολία μου να καταλάβω τα βερολινέζικά τους, και μετά πήγε και κάθισε δίπλα του, κολλητά του, κι αυτός την έσφιγγε με τα τεράστια χέρια του, ακουμπώντας με τα μάγουλα του, τα κόκκινα μαλλιά της.

Και εκείνη ζάρωνε και χανόταν στην αγκαλιά του, ανάμεσα στα μπράτσα και την κοιλιά του, ρουφώντας κάθε λέξη του, σαν μελισσούλα στον γλυκό μίσχο ενός πανέμορφου λουλουδιού. Και τίποτα δεν θύμιζε πια, μια νύχτα με κλάματα και λυγμούς πίσω από έναν τοίχο, ούτε μια άλλη νύχτα που μύρισε αλκοόλ και πρόθεση φόνου, όλος ο τέταρτος όροφος.

Και θα πάνε κάποτε διακοπές στην Ελλάδα, και θα κάνουν περιπάτους μακρινούς τα ηλιοβασιλέματα χέρι χέρι. Και χαμογελούσαν και οι δυο σαν φρεσκοερωτευμένο ζευγαράκι!.

Και ήταν ένα ευχάριστο απόγευμα με τον κρυωμένο Χανς και την κοκκινομάλλα γυναίκα του την Γκάμπυ, τον «θησαυρούλη του».

Και μου είπαν να ξαναπεράσω. Να μην χαθώ ξανά.

Και το υποσχέθηκα.

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png