• GUEST WRITER

ΟΤΟΣΤΟΠ

*Του Φώτη Λούκα


times-standard.com

Με το χαρτί της άδειας μισοτσαλακομένο στη τσέπη βγήκαμε απ το διοικητήριο. Φούρια και χαμόγελα.

Μαζέψαμε τα πράγματα μας και βρεθήκαμε στη πύλη.

Παρασκευή απομεσήμερο λίγο πιο έξω απ την Πάτρα.

Ιούλιος μήνας να καίει σαν καφτερή πιπεριά. Φορτωμένοι με τους σάκους και ο ιδρώτας να τρέχει ποτάμι, τεντώσαμε το χέρι με τον αντίχειρα προς τα πάνω, μπας και κάποιος αποφάσιζε να μας πάρει για μερικά χιλιόμετρα. Ποδαρόδρομος πορεία, στην άκρη της εθνικής κι όλο γυρίζαμε το κεφάλι προς τα πίσω μπας και φανεί ένας πρόθυμος που να λυπόταν εμάς και τον ιδρώτα μας.

« παλιέ, εγώ λέω να σταματήσει μια τουρίστρια να μας πάρει» τον άκουσα να

λέει μέσα στο λαχάνιασμα χαχανίζοντας.

«εγώ λέω, άσε τα όνειρα και κολύμπα να προφτάσουμε το λεωφορείο!»

«… Να πηγαίνει στη Χαλκιδική ρε φίλε. Αλλά εμάς, εμάς να μας πάει μέχρι τον Γιδά!.»

«Πρόσεχε να μην είναι ο Διοικητής μόνο και μπλέξουμε…»

Δεν τελείωσε η φράση και νοιώσαμε τον αέρα από ένα κάτασπρο αμάξι να περνά δίπλα μας και να σταματά μαζί με την σκόνη του κάμποσα μέτρα εμπρός μας.

Ένα χέρι απ το παράθυρο του οδηγού έγνεφε «ελάτε»

Τρέξαμε προς το απροσδόκητο θαύμα.

«Ω ρε φίλε…. Μερσεντέ με νούμερα Θεσσαλονίκης.»

Στριμώξαμε εμάς και τους σάκους μας στο πίσω κάθισμα. Άπλα. Άνεση.

Γύρισε ο οδηγός να μας καλωσορίσει χαμογελαστός με μεγάλα γυαλιά ηλίου, τεράστια φρύδια, μύτη μπαούλο. Μαυριδερός, ηλιοκαμένος.

Φαβορίτες αλλά Κόκκοτα. Μουστάκι στενό γραμμωτό. Ψαλιδισμένο επιμελώς.

Πουκάμισο με αυτιά τεράστια, λουλουδάτο, αεράτο. Τέσσερα κουμπιά ανοιχτό, τριχωτή κοιλίτσα, αυγό. Χρυσή αλυσίδα στο λαιμό. Μπαμπάτσικια.

Δαχτυλίδι με μαύρη τετράγωνη πέτρα στο μικρό δαχτυλάκι, συνοδεία όνυχος. Μακρύ, περιποιημένο το νυχάκι!.

Να κόβει προσεκτικά την ετικέτα φορολογίας καπνού από τα κατοστάρια

«Παλλάς King Size». Ενίοτε και για άλλες χρήσεις. Αυτιά μύτες. Ποιος να ξέρει.

Ο αριστερός αγκώνας διπλωμένος στην κουπαστή του ανοιχτού παραθύρου. Ο μισός έξω.

Ο Αλέκος έσταζε μέλια απ την απροσδόκητη τύχη του, εγώ πάλι, μαζεύτηκα. «Μπλέξαμε…» μουρμούρισα μόνος

«Καλώς τα φαντάρια». Σχεδόν το ψιθύρισε ευγενικά.

Ο δικός μου άρχισε με τα ευχαριστούμε που μας πήρατε, τι άλλα νέα, πώς πάει, πώς και κάτω απ τα αυλάκι μακριά απ την Σαλονίκη…

Τον έκοψε ο οδηγός, στρέφοντας λίγο το κεφάλι και βάζοντας το δάχτυλο

κάθετα στο στόμα, εννοώντας ησυχία.

Έδειξε προς τον συνοδηγό του με νόημα, να μην φωνάζουμε

«Κοιμάται. Ας μιλάμε σιγά..»

Δίπλα στον οδηγό καθόταν το «κουστούμι». Στη πέννα. Αμίλητος, γερμένος προς το παράθυρο. Διέκρινα τα παπούτσια του, μαύρα λουστρίνια με μαύρη κάλτσα λεπτή. Γυαλιά κι’ αυτός τεράστια. Μαύρα. Καλοξυρισμένος, στητός,

ευθυτενής. Αγέρωχο στυλ. Λίγο μαζεμένα πόδια μου φάνηκαν, μαζεμένα χέρια. Περίεργη στάση για ταξιδευτή, μονόχνοτη, αυστηρή αλλά τι με ένοιαζε έμενα;

Μαύρο σακάκι μαύρο παντελόνι. Πουκάμισο γαμπριάτικο ολόλευκο.

Γραβάτα μονόχρωμη. Κατράμι.

Μαζευτήκαμε, κοιταχτήκαμε. Κάτι νοήματα μεταξύ μας. Δεν βαριέσαι ας μην πούμε και λέξη. Στον Γιδά να φτάσουμε και «φούρνος μην καπνίσει».

Ερχόταν ένα δροσερό αεράκι απ τα ανοιχτό παράθυρο. Ηρεμήσαμε. Μέχρι την Κατερίνη θα μας πήγαινε. Μετά ας περνάμε ένα ταξί ως τον Γιδά…. λυπόταν που δεν μπορούσε. Αλλά ήταν ανάγκη να μείνει στη Κατερίνη.

Ούτε βενζίνη δεν θα χρειαζόταν. Μόλις είχε γεμίσει το ρεζερβουάρ «ξέχειλο», του άρεσε να ταξιδεύει νύχτα, είχε καλά φώτα και καλό αυτοκίνητο … από «τζερμάνια φερμένο» ... «μανίσιο» «ορίτζιναλ»… «ταξιδιάρικο».

Θα περνούσε τον Μπράλο «φέρτε».

«Στη πούδρα θα σας πάω Κατερίνη!».

Μόνο για την ανάγκη μας θα σταματούσε, μόλις έπιανε Λαμία.

Ψιθύριζε μόνιμα.

Ο Αλέκος με το κεφάλι ανάμεσα στα μπροστινά καθίσματα να τον ακούει.

Τον έσπρωξα με τρόπο. «Μην ανοίγεσαι, χάφτα, με το μαλακό. Πρόσεχε»

Μου έκανε νόημα .. «καλά καλά… ηρέμησε. Προσέχω»

Περνούσαν τα χιλιόμετρα, πλησιάζαμε στο Ρίο. Κοκκίνιζε ο Πατραϊκός από το ηλιοβασίλεμα. Τα φεριμπότ γέμιζαν την θάλασσα με άσπρα αυλάκια. Έχασκε στο βάθος αριστερά, σκουροκίτρινη η κορυφή της Κεφαλονιάς κι απέναντι τα βουνά των Αιτωλών. Ξεραΐλα.

Λαγοκοιμήθηκα. Κάτι η κούραση κάτι το μαλακό κάθισμα και η άνεση, κάτι οι ψίθυροι τους, δεν άντεξα παραπάνω.

Πρέπει να πέρασαν κάτι ώρες. Δεν είχα καταλάβει τίποτα. Ένοιωθα να με σκουντά ο χαρούμενος αδειούχος. Κάτι έλεγε υπόκωφα. Άνοιξα τα μάτια μου. Σκοτάδι πίσσα παντού. Κάτι φώτα έρχονταν και χάνονταν ξανά μαζί με τον θόρυβο των αυτοκινήτων της εθνικής οδού. Πετάχτηκα ξαφνιασμένος.

Ο άλλος με τραβούσε έξω απ το σταματημένο αυτοκίνητο πιεστικά να μου πει. Έτριβα τα μάτια μου και ρώτησα που είμαστε. Που είναι ο οδηγός τι έγινε;

«ρε συ αυτός…» και έδειχνε τον συνοδηγό «μου μοιάζει για πεθαμένος. Ρε είναι πεθαμένος ρε σειρά…. δεν είπε λέξη όλη νύχτα και κάπως μου μυρίζει…»

Μέχρι να συνέλθω να του πω να αφήσει τις υστερίες, εμφανίστηκε ο οδηγός να δένει τα παντελόνια του βγαίνοντας απ την τουαλέτα του εστιατορίου- παρκινγκ που είχε σταματήσει.

Χαμογέλασε. «Άντε φαντάρια … αδειάστε να φεύγουμε. Το φάγαμε το βόδι.» Κι έστρωσε τα βρεγμένα μαλλιά του με την χούφτα, έχοντας σηκωμένο το μικρό νυχάκι, επιμελώς μακριά απ το κεφάλι, σαν ανεμοδούρα στη νύχτα. Κεραία.

Ο άλλος με τραβούσε και καλά να πάμε για κατούρημα. Παραξενεύτηκα. Τι διάολο τρέχει; ποιος είναι ο τρελός;

«Ρε συ τρελελέ, ξύπνα.. ο άλλος είναι πεθαμένος σου λέω. Είναι στα μουγκά όλη νύχτα .. δεν σείστηκε!. Και να σου πω το χειρότερο… μέσα στο σκοτάδι, εκεί στο ισιάδι της Άμφισσας, που έκανα τον κοιμισμένο... τον είδα ρε.. που έδεσε την γραβάτα του πεθαμένου στο χερούλι της πόρτας. Να μην γέρνει στις στροφές. Ρε ναι, μα τον Θεό σου λέω.. Άφησε το τιμόνι και τον έδενε ρε συ… Τι θα κάνουμε τώρα;»

Έξυνα το κεφάλι μου. Σαν να είχα ψείρες ξαφνικά.

Είπα να μείνουμε ήρεμοι και ξύπνιοι. Όπου να’ ναι φτάνουμε. Να συνεχίσουμε αλλά όχι πολλά πολλά. Τα είχα χρειαστεί όμως και γω.

Μπήκαμε πάλι στο αμάξι. Μουδιασμένα. Έπεσε μια σιγή. Οι δυο μας πίσω, είχαμε πέσει σε σκέψεις. Ο οδηγός σαν να μην είχε κουραστεί στάλα. Σαν να μην ένοιωθε την τρομάρα μας.

Το μάτι μου πάνω στον συνοδηγό. Να προσπαθώ να καταλάβω αν ανασαίνει, αν κουνηθεί έστω και λίγο. Ο δικός μου να με τραβάει όλη την ώρα και να κάνει νοήματα… «είναι πεθαμένος ρε σου λέω… πεθαμένος.. μυρίζει ρε, σου λέω..» κι όλο να έρχεται προς το δικό μου το μέρος βάζοντας τους σάκους στο άλλο.

Μετρούσαμε τα χιλιόμετρα απ τις πινακίδες. Βόλος 55. Λάρισα 98. Μας λύτρωνε η μείωση.

Αποφάσισα να μιλήσω. Αμήχανα. Μουδιασμένα.

« Ο φίλος σου πολύ κοιμάται… Πολύ κούραση ε;»

Έγινε μια παύση. Ένα παίξιμο με τα φώτα. Μικρή μεγάλη σκάλα.

Μια άσκηση αφωνίας κάπως. Ένας μικρός βήχας να καθαρίσουν οι

αναπνευστικοί δίοδοι, ένα καλοσχεδιασμένο χτύπημα στο πακέτο με τα τσιγάρα, να πεταχτεί ένα «Παλλάς Κίνγκ Σάις» έξω, να το φέρει σωστά στο στόμα

και κείνο να κρέμεται σαν αγριοκάτσικο, στην άκρη του χάους και τέλος ένα

γύρισμα του κεφαλιού προς το πίσω κάθισμα..

Ανταύγειες τα φώτα της αντίθετης κυκλοφορίας στην αλυσίδα του λαιμού.

Μάκρυνε το μουστάκι κάπως, φάνηκε ένα χαμόγελο, γλυκόπικρο σαν παιδί μετά από αταξία. Χοροπηδούσε το σβηστό τσιγάρο ανάμεσα στις λέξεις του.

«Ντάξει ρε παλικάρια, είπα να μη σας προγκήξω με τον φίλο μας.»

Ένοιωσα το χέρι του Αλέκου, να σφίγγει το γόνατο μου. Πρέπει να είχε

κιτρινίσει αλλά τον έσωζε το σκοτάδι.

«υπάρχουν και οι ατυχίες…» συνέχισε βλέποντας μια τον δρόμο, μια εμάς. «Φορτηγατζής, ταξιδιάρης. Έκοψε καπίστρι στα αίφνης… Συμβαίνουν αυτά.. το κέρατό μου μέσα!.»

Ο Αλέκος συνέχιζε τα νοήματα και τις γκριμάτσες τύπου «πες του να κατεβούμε δεν πάει άλλο με τον πεθαμένο εδώ μέσα.»

Ξαναγυάλισε η αλυσίδα καθώς γύρισε. Έβαλε το χέρι με το δαχτυλίδι και το

νυχάκι ανάστροφα και με δυο μικρά χτυπηματάκια, σφαλιάρισε το πέτο του

πεθαμένου. Οικειότητες και καλά.

«.. το καλύτερο παλιόπαιδο. Μάγκας. Δερβισόμαγκας!»

Γκριμάτσα αηδίας ο Αλέκος. Τσίτα εγώ.

«..αδερφός! …Τι να τον κάνω; Δεν μου έκανε καρδιά να τον αφήσω. Αδερφός λέμε με άλφα κεφαλαίο. Του τύχε το τελεσίγραφο.»

Ένοιωθα το πετσί μου, από την βάση του κεφαλιού μέχρι την πλάτη, να

τσιμεντάρει τις τρίχες μου και τα νύχια του Αλέκου να τρυπάνε το γόνατό μου.

Φάνηκαν τα διόδια της Λάρισας φωτισμένα στο βάθος της εθνικής. Ψαχούλευε για χρήματα στο ταμπλό συνεχίζοντας. « Δυο παιδιά σπούδαζε.. που φράγκα για μεταφορά στο σπίτι του. Είπα στη χήρα άστο πάνω μου …θα το κάνω εγώ.

Είπαμε… αδερφός!»

Παύση. Ξερόβηχας.

« … και τι να σας έλεγα; Ελάτε αλλά έχουμε και τον πεθαμένο μαζί; Ποιος θα ερχόταν μαζί μου; Και από την Ζαχάρω μέχρι την Πάτρα καλά τα πήγα, όμως

μετά σκεφτόμουν και την νύχτα μπροστά μου κι ανταριαζόμουν. Μόνος μαζί του; Αδελφός ναι… αλλά κάπου έσφιγγα να ούμε! .»

Σφίγγαμε και μείς μυαλά και γροθιές στα σκοτεινά.

Ο δικός μου είχε αγκαλιάσει τον σάκο σαν παλαιστής. Κουνούσε την παλάμη σαν μαχαίρι εννοώντας κάτι σαν «κόψε την κουβέντα πια.. πες του να κατεβούμε.»

Σκεπτόμουν όσα έλεγε ο οδηγός, σκεπτόμουν τον συγχωριανό μου τον

ψάρακλα, σκεφτόμουν έμενα και την δικιά μου κρυφή τρομάρα, την αναποδιά μας, την αναποδιά του μακαρίτη, τα οδοιπορικά μας, την άδεια μου και την

απόλυση μου.

Έσκυψα να δω αν ήταν ακόμα δεμένος με την γραβάτα του. Και ήταν. Σαν

μαύρος ομφάλιος λώρος με το ασημί άγκιστρο του παραθύρου.

Μακάβριο δέσιμο με τον κάτω κόσμο.

« Συγγνώμη ρε παίδες» ακούστηκε πάλι μέσα στην σιωπή « αλλά και μένα μου τύχε. Τετέλεσται που λένε. Είπαμε όμως… Αδελφός!»

Άρχιζαν οι ευθείες της Κατερίνης. Σαν τίτλοι τέλους. Σκιές και φώτα έσκιζαν την ησυχία. Μας άφησε στα δεξιά σε μια πολύφωτη, σαραπατράκα καντίνα. Είπαμε ευχαριστώ και γεια χαρά, μας ζήτησε πάλι συγγνώμη και χάθηκε με τον κρύο «αδελφό» δεμένο στα δεξιά του.

Βαθειά ανάσα. Αποσυμπίεση. Λύτρωση.

«Απολύομαι ρεεεε!» «Τρελελέ ρε παλιεεε!!»

Ζαλωθήκαμε τους σάκους μέχρι την καντίνα. Δυο Φραπέδες.

Μαύρα καλαμάκια. Σύμπτωση;

Δεν είχαμε όρεξη για κουβέντες. Έσκαγε στο βάθος του ουρανού μια ανατολή σε μπλε ράφ με ένα μοναχικό λαμπερό αστέρι ανάμεσα σε κροκκί γραμμές. Μείναμε να κοιτάμε αμίλητοι τα χρώματα.

Ακούστηκε πίσω μας η φούρια ενός αυτοκίνητου στα χαλίκια της καντίνας.

Ακούστηκε η παραγγελία. « Φραπές. Μέτριος. Πόσο; Τόσο!. Κράτα.»

Κέρματα χλιμίντρισαν στη γυάλινη «χούφτα» της καντίνας.

Μια πόρτα άνοιξε. Μια πόρτα έκλεισε. Μια μίζα γύριζε, τσιρίζοντας σαν σφαγμένο γουρούνι. Κάτι φώτα έπεφταν πάνω στους παρατημένους σάκους μας.

Ακούστηκε πάλι η φωνή .

«Φαντάρια.. για Νάουσα πάω. Βολεύει μήπως;»

Γυρίσαμε. Κοιταχτήκαμε. Βόλευε.

Έπεσε το μάτι μας στη θέση του συνοδηγού. Ήταν άδεια. Έπεσε στα πίσω

καθίσματα. Ήταν κι αυτά άδεια. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα με έναν

Μητροπάνο στα ηχεία.

«…τι το θες το κουταλάκι…»

Κοιταχτήκαμε πάλι.

« Μπα... άσε!. Δεν βολεύει…»

Η μια ρόδα έτριβε με μανία τα χαλίκια, στην άκρη της εθνικής.

«Τρελελέ, ζεις ρε ;;»

«…επ’ ώμου ψαρούκλα!»

Σκάσαμε σ ένα νευρικό ακατάσχετο γέλιο.



2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png