• GUEST WRITER

Αρμένισμα

του Φώτη Λούκα


Πηγή εικόνας: naturagraeca.com

Μεγάλωνε σ ένα χωριό πάνω απ τα ερείπια της αρχαίας Ολυμπίας. Μέσα στα πεύκα και στο σαθρό χώμα που ο Αλφειός κάθε τόσο τραβούσε προς την θάλασσα.

Με ζόρι τα μαθήματα, ζόρι και στη ζωή. Είχε όμως ένα χαμόγελο πονηρό στη φάτσα του κι ένα πνεύμα ανεξάρτητο, ξεχείλιζε απ τα μάτια του. Πειραχτήρι στη ψυχή. Πειραχτήρι στα λόγια.


Αδέσμευτη καρδιά, σουλατσαδόρισσα.

Το φευγιό μέσα του.


Σαν αδέσποτο σκυλί, τους χειμώνες στα απάγκια και τα καλοκαίρια στις δροσερές κληματαριές. Με τη γλώσσα να κρέμεται σαλιώνοντας το ξερό χώμα.



Τέλειωσε το γυμνάσιο μένοντας σε κάποιο οικοτροφείο της μητρόπολης. Κλάφτηκε η μάνα κάποια μέρα στον Δέσποτα να το πάρει το παιδί να δώσει ο Κύριος μπας και προκόψει.

«… να προκόψει, να μάθει πέντε αράδες γράμματα να ξεστραβωθεί άγιε μου Δέσποτα»

Μπήκε ένα Σεπτέμβρη στο ίδρυμα. Δυο βρακιά δυο κάλτσες. Ένα μπαλωμένο παντελόνι, δυο ταλαίπωρες «ελβιέλες». Λίγες δραχμές στη τσέπη.

Με τις χούφτες η φτώχεια!



Μαζεμένη απ τα γύρω χωριά, έβρισκε τροφή και στέγη εκεί. Κι ένας γέροντας να φροντίζει από τον όρθρο μέχρι το απόδειπνο για τις ψυχές και τα σώματα.

Κοιτούσε ο Κώστας το τσούρμο με κατεβασμένο το κεφάλι και τα μάτια καρφωμένα μπροστά, καχύποπτα, υποψιασμένα, να φυλάξει τα νώτα του. Να πάρει τα μέτρα του.

Και τα μεσημέρια ξαπλωμένος στα χόρτα ονειρευόταν τα μέρη του.

Όλα τα είχε γυρισμένα με μια παλιοφλορέττα που έκλεβε κάποια μεσημέρια απ τον πατέρα του. Κατηφόριζε κατά τις θάλασσες τα ζεστά απομεσήμερα, με δανικές βενζίνες και γλυμμένο μαλλί, κολλημένο στο μέτωπο μέχρι το αριστερό φρύδι. Μια χτένα στη κωλότσεπη να το πατικώνει στο καθρεφτάκι της μηχανής όταν έχανε την φόρμα του.

Άπλωνε το χαμόγελο του ξέγνοιαστου ερωτιάρη, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις άδειες τσέπες του και χαζολογούσε μπικινάκια στις αμμουδιές.


Όταν τέλειωσε απ την κλεισούρα του «ευαγούς ιδρύματος» ήταν ένας Ιούλιος που μύριζε μπαρούτη. Είχε το απολυτήριο στη τσέπη και την έγνοια του στρατού. Άκουγε κάτι για πόλεμο στη Κύπρο. Για σκοτωμούς και μάχες. Σκιάχτηκε. Του έβαλαν μια ιδέα για εμποροπλοιάρχων. «Δυνατό χαρτί» του έλεγαν. Γνωστοί κι άγνωστοι. «Με την στολή αγόρι μου θα πουλάς μούρη στα κοριτσόπουλα!» Κι αυτός -πονηρόφατσα- έστρωνε την γλυμμένη χωρίστρα να πέφτει μέχρι την άκρη του ματιού, έχωσε την χτένα στη κωλότσεπη και έδωσε στην εμποροπλοιάρχων.


Του πήγαινε το άσπρο του Κώστα. Του έδινε όσο μπόι του έλειπε. Του ξάσπριζε λίγο και την μαυρίλα της μούρης του.

Ένοιωθε σαν να έχει ψηλώσει. Είχε αλλάξει περιτύλιγμα. Άλλες συναναστροφές, άλλο επίπεδο. Περασμένα ξεχασμένα τα οικοτροφεία και η φτώχεια. Έστελνε κάτι λίγα λεφτά στο σπίτι και χαιρόταν η μάνα του που πρόκοβε. Μαθήματα και ταξίδια, διάβασμα και ελεύθερες Κυριακές στα ζαχαροπλαστεία και στα γήπεδα. Χοροί τελειοφοίτων και κυρίες, μικρές και μεγάλες, με τουαλέτες και περίτεχνα, ακριβά κοσμήματα.

Πλοιοκτήτες, καπεταναίοι και ναύαρχοι. Και οι κόρες τους βέβαια.

Σε αστραφτερά φορέματα και χρυσίζοντα σιρίτια. Αγορές επωνύμων ρούχων στα Λονδίνα και διαμονές σε ακριβά ξενοδοχεία του κόσμου. Ιστορίες από φουρτούνες, μποφόρια και κρυφούς έρωτες σε μέρη εξωτικά. Ανδραγαθήματα στη μέση των ωκεανών.

Κομπασμοί ανδρών. Φαντασιώσεις γυναικών.

Κρυφές ματιές με νόημα. Χαμόγελα και παραμυθιάσματα.


Κάποιο αστραφτερό και φεγγαρόλουστο βράδυ, που μια μπάντα στο τεράστιο μπαλκόνι της σχολής έπαιζε βιεννέζικα βαλσάκια, την είδε.

Κάπνιζε μόνος, με φόντο την ασημόσκονη στα κύματα. Το μυαλό του έστηνε σενάρια για μακρινά ταξίδια. Για μεγάλα καράβια και άγνωστες, μακρινές θάλασσες.

Αυτή, έστρωνε τις άκρες από τα μαλλιά της, ψάχνοντας αμήχανα κάτι στο νυχτερινό στερέωμα.

Αργογύρισε η προπέλα του.

«Κώστας » είπε πλησιάζοντας.

«Έλενα, χάρηκα».

Ακούστηκε σαν να είχε μετρήσει όλα τ’ αστέρια κιόλας.

Κι έγινε μια μικρή έκρηξη μέσα του. Μια ζωογόνος δύναμη τον έστελνε σε κείνες τις μακρινές θάλασσες. Είχαν γίνει όλα ένα γαλάζιο.

Μια ξανθή αμμουδιά τον Αύγουστο.

Ένα ανταριασμένο μελτέμι χάιδευε τα πανιά για το άγνωστο.

Μικροκαμωμένη, μετρημένα χαμογελαστή, απέναντι απ' την λευκή του στολή. Η κόρη του γνωστού πλοιοκτήτη εμπρός του.

Στο ύψος του.


Κι άρχισαν τα κρυφά πέρα δώθε. Τα πήγαινε έλα. Τα σ’ αγαπώ μ’ αγαπάς. Και οι δυσκολίες.

Ο μπαμπάς αδιάλλακτος. Η κόρη θα έπαιρνε «τζάκι». Όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου.

Οι παρακατιανοί δεν ήταν για την κόρη του εφοπλιστή. Τελεσίδικο.

Και έπεσαν απαγορεύσεις «απόπλου». Στερήσεις εξόδου.

Λογύδρια ηθικής.

Μιλημένες φίλες προσπάθησαν να την αποθαρρύνουν.

«Όνειρο θερινής νυκτός ο χωριάτης για σένα» της έλεγαν.

«Υποπλοίαρχος και αν» « και βλέπουμε αν…»

Αμετάπειστη αυτή. Κέρβερος ο Κώστας. Κάθε βράδυ με την παλιά ξεχαρβαλωμένη φλορέττα του πατέρα του έπαιρνε τον δρόμο απ τον Ασπρόπυργο για τα βόρεια προάστια. Έρως ανίκατε.

Είχαν πέσει και οι προειδοποιήσεις. Τα ραδιοτηλεγραφήματα.

Τα σήματα μορς.

«Μακριά απ την κόρη μου.»

«Μην τολμήσεις…»


Τα αγνοούσε όλα, όσο την κρατούσε τις νύχτες αγκαλιά. Όσο και κείνη καιγόταν μαζί του.

Αλλά τα σήματα αγρίευαν. Σαν το τρίξιμο της λαμαρίνας στο κύμα το ωκεάνιο. Μύριζε τρικυμία σε στεριά.

«Πάρε αυτά και εξαφανίσου απ την ζωή της…»

Κι αυτός συνέχιζε το ταξίδι με την φλορέττα. Καπετάνιος στην μαύρη άσφαλτο με τελικό προορισμό ένα φιλί, μια αγκαλιά, λόγια και όνειρα…

Προορισμός τα μάτια της. Και «Ος εν μαλακαίις παρειαίς νεανίδος εννυχεύεις». «Άμαχος γαρ…»

Άμαχος. Αδύναμος στην ορμή της εξουσίας και της παράκρουσης.

«Τελευταία προειδοποίηση. Δεν θα φέρω ευθύνη…»


Έβρεχε εκείνο το βράδυ στον Ασπρόπυργο.

Μουσώνες στα δυτικά της Αττικής.

Το αγνόησε προκλητικά. Δεν θα τον σταματούσε ο καιρός.

Αδιανόητο να μην κάνει το αποψινό ταξίδι προς την αγάπη.

Ας μούσκευε και το τελευταίο του κόκκαλο. Ας στράβωνε και το μαλλί. Ας έμοιαζε καρυδότσουφλο στους ανέμους.

Νύχτα και φώτα θαμπά, στις σκοτεινές λωρίδες της ασφάλτου.

Η βροχή έκοβε την νύχτα σε φέτες και το λιγοστό φως του ερειπωμένου δίκυκλου τις μοίραζε αντίδωρο στον παλιόκαιρο.

Αγέρωχος και μουσκεμένος σαν να έστεκε μονάχος στη γέφυρα.

Χωρίς κιάλια. Χωρίς ασύρματο. Με θέρμη μέσα του και νου ζωντανό.

Στο βάθος του ορίζοντα το πρόσωπο της. Στενοχωρημένο απ' τις δυσκολίες. Φοβισμένο απ' τις απειλές. Τρομαγμένο.

Τον περίμενε όμως.

Κι ο Κώστας πάνω στη παμπάλαια φλορέττα αντιστεκόταν στους κανόνες της ισορροπίας και της τριβής.

Ένοιωσε κάποια δυνατά φώτα να τον σαρώνουν. Κάποιος κινητήρας ανέβαζε στροφές με μανία πίσω του. Ένα μεγάλο μαύρο αμάξι έπλεε δίπλα του πετώντας νερά στα ύφαλα της φλορέττας.

Απόσταση βολής. Τον μετρούσαν.

Χλιμίντρισαν μερικές δεκάδες άλογα με ορμή, κατά πάνω του.

Έχασε το τιμόνι και την πορεία του. Στραπατσαρίστηκε η ίσαλος.

Μαγγιόρα και παταράτσα έγιναν μαστίγια. Σκότες τον έπνιγαν.

Μαΐστρες και φλόκοι τον κάλυψαν στην άκρη ενός βρώμικου κράσπεδου.

Υπόλευκοι σωρείτες τον ανέβαζαν αργά στον ουρανό.


Πετούσε πάνω απ' το χωριό του ανάλαφρα, αετίσια, με το μαλλί γλυμμένο μέχρι το φρύδι κι ήταν πνιχτή η ζέστη.

Ο Αλφειός κυλούσε ρυτιδιασμένος, αργά και βαριεστημένα ανάμεσα από μυρτιές, πράσινα θαλερά καλάμια, ασημοϊτιες, πικροδάφνες, σφενδάμια, κυκλάμινα και κρυμμένες αγριαγκινάρες.

Άκουγε βαριές άγκυρες να χύνονται, κροταλίζοντας στα νερά.

Πλοία αγκυροβολημένα, μοναχά.

Έστρωσε το μαλλί, χαμηλά μέχρι το φρύδι ξανά.

Έβλεπε τον πολικό, μεσημεριάτικα να τρεμοπαίζει το λιγοστό του φως, δείχνοντας άγνωστη πορεία. Νόμιζε ότι η πυξίδα, τρελαμένη, γύριζε σαν σβούρα.

Ούρλιαξε χωρίς φωνή

«Κράτει... κι ανάποδα... ξεσέρνουμε».


Φάνηκαν δυο σκιές λυπημένες να κάθονται στον πλάτανο της πλατείας. Ολομόναχες. Αυστηρές και αγέλαστες.

Μαύρα μακριά φορέματα και χέρια μπηγμένα στο χώμα.

Μπροστά τους, απλωμένη η άσπρη του στολή με τα χρυσά σιρίτια.

Χωρίς σώμα.

Στολισμένη με καρπούς ρόδου.

Κατακόκκινους.

Και δυο χούφτες πυλό.

Μύριζε γύρω του πικραμύγδαλο, αλμύρα και ζωντανό λιβάνι.

Ανταριασμένα κύματα έσπαζαν με δύναμη στα βράχια, μπροστά στο παλιό μοναστήρι, στα Στροφάδια.

Κάπου στα ανοιχτά του Μυρτώου.

Αντίκρυ στον φάρο του Ταίναρου.

Στο νότιο πέρασμα του Μαγγελάνου.


Ατύχημα το είπαν.


Πηγή εικόνας: fineartamerica

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png