• GUEST WRITER

Χάσμα Γενεών

Της Φ



http://busoldtimers.blogspot.com


Μεγάλος ο συνωστισμός στο ΚΤΕΛ της Αχαϊκής πρωτεύουσας εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής. Μπροστά στα γκισέ των εκδοτηρίων οι ουρές ατέλειωτες, στο καφενείο του σταθμού δύσκολα έβρισκες τραπεζάκι ελεύθερο, οι καρέκλες της αίθουσας αναμονής πιασμένες, στις αποβάθρες όρθιοι οι υποψήφιοι επιβάτες περίμεναν με ανυπομονησία να αρχίσουν το ταξίδι τους..


Τα άδεια λεωφορεία κατάφταναν το ένα πίσω από το άλλο, επιβίβαζαν στη στιγμή κυρίως νεαρούς φοιτητές και φοιτήτριες, που εκμεταλλευόμενοι την αργία της Εθνικής εορτής πήγαιναν στα σπίτια τους για το τριήμερο, φόρτωναν και τις αποσκευές τους, -οι παραφουσκωμένες τεράστιες βαλίτσες, που μέχρι πριν λίγο σου έκλειναν το δρόμο εξαφανίζονταν στο λεπτό-, και ξεκίναγαν το ταξίδι τους. «Νούμερο πέντε για Αθήνα στις τρεις, νούμερο έξη για Αθήνα στις τρεις και τέταρτο, νούμερο 7 για Αθήνα στις τρεισήμισι», ανακοίνωναν τα μεγάφωνα, τη μερίδα του λέοντος από τα δρομολόγια έπαιρνε η Αθήνα, ενώ ενδιάμεσα «αναχώρηση για Καλαμάτα στην αποβάθρα δύο στις τρεις, για Ιωάννινα στις τέσσερις, το λεωφορείο για Πύργο αναχωρεί», μας έκαναν τη χάρη να ενημερώνουν και μας τους αρκετούς αλλά σαφώς λιγότερους ταξιδιώτες, που προοριζόμαστε για την επαρχία.

Έβγαλα το εισιτήριό μου και περίμενα να αδειάσει κάθισμα στην αίθουσα αναμονής, πράγμα που περιέργως έγινε αρκετά γρήγορα.


Βολεύτηκα πίσω από μια τεράστια όρθια βαλίτσα, που έδειχνε παρατημένη και αδέσποτη, ενώ στο ακριβώς απέναντι μου κάθισμα, ούτε δυο μέτρα μακριά μου, καθόταν ένα νεαρό όμορφο κορίτσι, που τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Όλα ήταν συνηθισμένα και κανονικά πάνω του, - τζην, κοντομάνικη μπλούζα και σπορτέξ, μικρό σακ βουαγιάζ και μπουφάν ακουμπισμένο στα γόνατά του -, κατά πάσα πιθανότητα ένα βλέμμα θαρρετό και ξάστερο, που έβγαινε από το μαύρα μεγάλα μάτια του, ήταν ο ικανός λόγος που μου υπέβαλε την διακριτική του παρατήρηση. Με την αυξημένη κινητικότητα των επιβατών, οι διπλανές του θέσεις άδειασαν αυτόματα, αιτία απ’ ότι κατάλαβα ήταν το λεωφορείο για Αγρίνιο που αναχωρούσε σε πέντε λεπτά αλλά το ίδιο αυτόματα καταλήφθηκαν. Δυο ηλικιωμένες κυρίες, σκούρα ντυμένες και αρκετά κομψές, κάθισαν ξεχωριστά η μια από την άλλη, ενώ ανάμεσά τους εγκαταστάθηκε ένας γέροντας ιερέας, κοντός και υπερβολικά αδύνατος, που κουβάλαγε μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα. Ο καημένος, «είναι βαριά και ασήκωτη », σκέφτηκα διευρύνοντας τα ενδιαφέροντά μου, το συμπέρανα αυτό παρατηρώντας τον τεντωμένο πήχη του και τον στεναγμό ανακούφισης που έβγαλε, καθώς ακούμπαγε την τσάντα του στο δάπεδο.


Κατέληξα μάλιστα πως η τσάντα ήταν φορτωμένη με βιβλία και από αυτό το σοβαρό λόγο εστίασα το βλέμμα μου στο πρόσωπο του, που το βρήκα σεμνό και ευπροσήγορο. Στην αξιολόγησή μου συνηγόρησε και η εγκάρδια συζήτηση που άνοιξε με τις δυο κυρίες, από την οποία πληροφορήθηκα πως πήγαιναν και οι τρεις στην Καλαμάτα, χωρίς όμως να βεβαιωθώ για προηγούμενη στενή γνωριμία τους. Η συζήτηση ατόνησε κάποια στιγμή και η μια κυρία, η καθισμένη δίπλα στο κορίτσι, ψάχνοντας προφανώς για καινούργιο συνομιλητή, γύρισε προς το μέρος του, το είδε, κάτι της θύμισε και του μίλησε φιλικά. Ανταπάντησε αυτό, αλληλογνωρίστηκαν και σχεδόν αμέσως κουβέντιαζαν του καλού καιρού. Πολλά και διάφορα έλεγαν, που δεν μπορούσα μέσα στο θόρυβο να ακούσω, όμως κάποια στιγμή < έλα, μην στενοχωριέσαι, τέλειωσες το πανεπιστήμιο, καλά να είσαι, κάποια στιγμή θα βρεις δουλειά», είπε η κυρία. «Καλά, θα βρω, τον κόκκινο Μάη», απάντησε ειρωνικά το κορίτσι, με έντονη απογοήτευση στη φωνή και στο βλέμμα, πράγμα που με στενοχώρησε και με έκανε να ψάχνω μάταια στο πρόσωπο του κάποια απομεινάρια από την αυτοπεποίθηση, που πριν λίγο είχα σε αφθονία διαπιστώσει. «Δεν ξέρεις, έχει ο Θεός» παρατήρησε η κυρία, πιάνοντας το χέρι του κοριτσιού και κρατώντας το τρυφερά. Αμέσως μάλιστα γύρισε στον διπλανό της ιερέα και, «το κορίτσι πάτερ, είναι πατριωτάκι», του είπε.


Άπλωσε τότε γελαστός ο γέροντας το χέρι του να το χαιρετίσει αλλά αυτό, «Α, εγώ δεν πιστεύω, μην με μπλέκεται εμένα ούτε με Θεούς ούτε με παπάδες» είπε, με μια αυτόματη αντίδραση στην γειτόνισσά της. Τράβηξε χωρίς να μιλήσει το χέρι του ο ιερέας, μάλιστα ένα χαμόγελο ανοχής και κατανόησης απλώθηκε στο πρόσωπό του, η κυρία όμως, παρότι ξαφνιασμένη συνέχισε. «Αφήστε το, τέλειωσε το Πανεπιστήμιο και δεν βρίσκει δουλειά, γι’ αυτό μιλάει έτσι». «Α, όχι, όχι, αυτό δεν έχει καμιά σχέση, εγώ δεν πιστεύω, το λέω φωναχτά και με όλο μου το θάρρος», έβαλε το κορίτσι τα πράγματα στη θέση του. «Μην με κάνετε να φέρομαι υποκριτικά», συνέχισε δυνατά. «Να κουβαλάω ένα εξώφυλλο με τη Βίβλο και μέσα να έχω το Κεφάλαιο».


Έκπληκτη κοίταζα το κορίτσι, ενώ άκουγα την επίμονη κυρία να του λέει όλο τρυφερότητα. «Θα πω στον γέροντα να προσευχηθεί να βρεις δουλειά. Ο Θεός είναι μεγάλος, μην ανησυχείς»…

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png