• NTEΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΧΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Η κοινοτοπία του καλού», μία συγκινητική ελπίδα για την ανθρωπότητα


imdb.com

Μπορεί άραγε ένας απλός άνθρωπος, ανέπαφος από οποιαδήποτε «διαβρωτική» μόρφωση, «ξένος» από διδαχές «ανώτερες» και κουλτούρες «ανυψωτικές», χωρίς την εμπειρία κάποιας παιδείας, που καλλιεργεί (συνήθως) την αντίληψη και την κριτική σκέψη σχετικά με την συμπεριφορά και την «ηθική» της αξιολόγηση, να διαλέξει συνειδητά, με επιμονή και πάθος να κάνει το «καλό»; Προκειμένου να διερευνηθεί το ερώτημα αυτό και όχι να απαντηθεί με βεβαιότητα, μια και πρόκειται για αρκετά πολύπλοκο θέμα διαχρονικά, οφείλει πριν από όλα να αναδιατυπωθεί:


Μπορεί κατ’ αρχήν ένας απλός άνθρωπος, με όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, απλώς να «επιλέξει»; Να διατηρήσει ουσιαστικά ακέραιη την ελεύθερή του βούληση; Μπορεί ακόμα και πριν από αυτό να διαμορφώσει αδέσμευτος μία ισχυρή δική του άποψη, ακόμα και όταν πρόκειται για το ύψιστο ηθικό θέμα περί «καλού» και «κακού»; Να διατηρήσει τον δικό του προσωπικό ορισμό για το άξιο προς μίμηση «θείο», όταν συντριπτικά γύρω του επικρατεί διαφορετικός ή ακόμα και αντίθετος ορισμός από τον δικό του; Πόσο εύκολο είναι άραγε, ένας τέτοιος άνθρωπος αυτή την αντιτιθέμενη προς τους περισσότερους άποψή του να την εφαρμόσει, συγκρουόμενος με την κοινωνία και τους θεσμούς, που μέχρι χθες ήταν η ασφάλειά του και το σπίτι του;


Κι αν πιο συγκεκριμένα, σε αυτή την υπόθεση βάλουμε έναν άνθρωπο φιλήσυχο, θρησκευόμενο, πατριώτη και οικογενειάρχη, ένα άνθρωπο δηλαδή, που φαινομενικά ζει σε ταύτιση και σε ευτυχή σύμβαση με τα βασικά θεμέλια της κοινωνικής συνοχής, και όχι έναν άνθρωπο της αναζήτησης, της πνευματικής εξερεύνησης και της αμφιβολίας, το ερώτημα προσωποποιείται και αποκτάει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.


Τι θα περιμέναμε λοιπόν, πιθανόν συνηθισμένοι στην παράλογη και απόλυτα άδικη γενίκευση της συνάφειας, από έναν τέτοιο άνθρωπο; Από κάποιον που δεν θα τον κατηγορούσε κανένας αν έκανε αυτό που έλεγε η πατρίδα του, ο πάστοράς του, ο δήμαρχός του, άσχετα με το αν το θεωρούσε «καλό» ή «κακό»; Απλώς να κάνει και εκείνος, αυτό που όλοι οι άλλοι έκαναν, είτε μηχανικά (με την αυτόματη σύνδεση του καλού, όπως προσδιορίζεται στατιστικά από την κοινωνική πλειοψηφία), είτε συνειδητά, είτε από τυφλό φόβο των συνεπειών της σύγκρουσής του με τον κόσμο.


Και τα ερωτήματα συνεχίζουν. Τι ένστικτα και συναισθήματα δημιουργούνται στη υπόλοιπη κοινωνία, απέναντι σε έναν που δεν κάνει αυτό που περιμένουν οι πολλοί, σε έναν δηλαδή «αντιφρονούντα»; Πέρα από τη βία που δημιουργεί ανέκαθεν και σχεδόν αυτόματα ο διαχωρισμός και η διάσταση του κάθε ατόμου απέναντι στο σύνολο, ποιες βαθύτερες αιτίες μπορεί να έχει αυτή η αντίδραση ψυχαναλυτικά; Γιατί βλέπουμε συχνά το φαινόμενο ενός οργισμένου «φθόνου», συνοδευόμενο από την έντονη πεποίθηση ότι αυτός που διαχωρίζει τη θέση του υπονοεί ότι είναι καλύτερος, ότι γνωρίζει περισσότερα, ότι επιδεικνύει με αυτή την συμπεριφορά μία αλαζονεία απέναντι στην κοινωνία που τον περιλαμβάνει;


Το μόνο σίγουρο, όπως λέει και μία πολύ καλή μου φίλη, είναι αυτό που συμβαίνει. Και τέτοιες πράξεις ατομικής αντίστασης συμβαίνουν πράγματι στην αληθινή ζωή. Μπορεί να μην γνωρίζουμε την συχνότητά τους, καθότι πρόκειται για πράξεις που γίνονται τις περισσότερες φορές αθόρυβα από αγνώστους, αλλά, χάρη στον σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ, μαθαίνουμε με τον πιο όμορφο τρόπο τουλάχιστον για μία. Στην τελευταία του ταινία «Μία κρυφή ζωή», μας διηγείται μία αληθινή ιστορία, έναν ύμνο στην δύναμη της ελεύθερης συνείδησης και βούλησης.


Σε ένα χωριό της Αυστρίας, ο αγρότης Γιαγκερστάτερ ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του, τις κόρες του, τα ζώα του και την λατρεμένη του γη. Βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία και ταύτιση με το κοινωνικό του σύνολο, τους συγχωριανούς του, τον δήμαρχο και τον πάστορά του, αλλά πρωτίστως και κυρίως με το Θεό. Δείχνει αυτάρκης με όλα όσα ο τελευταίος του έχει δώσει, μιας και του έχει δώσει όλα όσα θα ήθελε να έχει, ώστε να ζει σε ευδαιμονία. Κατά την δική του αντίληψη όμως, το πιο σημαντικό από όλα αυτά τα σημαντικά που του έχουν απλόχερα προσφερθεί, είναι η ελευθερία του να επιλέξει αυτή την απλή, πολύτιμη ζωή.


Όταν λοιπόν αρνείται να καταταχθεί στις δυνάμεις του Γ’ Ράιχ, (όπως έκαναν στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι Αυστριακοί και εν προκειμένω όλοι οι συγχωριανοί του), καθώς κρίνει ότι με αυτό τον τρόπο θα υπηρετούσε κάτι άδικο και απάνθρωπο, θα κληθεί να πληρώσει αναπόφευκτα τις σκληρές συνέπειες αυτού του διαχωρισμού. Ο ίδιος θα φυλακιστεί και θα βασανιστεί, ενώ η οικογένειά του, που θα μείνει πίσω, θα περιθωριοποιηθεί και θα «κακοποιηθεί» κοινωνικά από την μικρή κοινότητα του χωριού, η οποία με το που θα διαπιστώσει την διαφοροποίηση τους, θα μετατραπεί εύκολα, όπως γίνεται συνήθως και διαχρονικά στις μικρές κοινωνίες, από ένα ζεστό οικογενειακό περιβάλλον αλληλοβοήθειας, σε ένα τόπο όπου εξασκούνται ακούραστα και σαδιστικά, όλα τα σκοτεινά και βίαια ένστικτα του ανθρώπου.


Η οικογένεια θα πληρώσει το κόστος αλλά θα παραμείνει όρθια και «ζωντανή», όπου ζωντανή τίποτα λιγότερο από ελεύθερη. Ελεύθερη να διατηρήσει τη στάση της και να υποστηρίξει την επιλογή της, ελεύθερη να μην υποχωρήσει, ελεύθερη να μην συνταχθεί με αυτό που εκείνη θεωρεί κακό. «Ομολόγησε την πίστη σου στον Χίτλερ και είσαι ελεύθερος», «Μα είμαι ελεύθερος, τώρα», απαντά στον ανακριτή του ο Γιαγκερστάτερ. Ακόμα και απέναντι στον δικαστή που ξαφνιάζεται από την στάση του (εξαιρετικός στον τελευταίο του ρόλο ο τεράστιος Μπρούνο Γκανζ), ο ήρωας νιώθει την ανάγκη να ξεκαθαρίσει την στάση του: «Δεν πιστεύω ότι είμαι καλύτερος από κανέναν». Σαν να λέει, «απλώς πιστεύω ότι μπορώ να κάνω αυτό που θεωρώ σωστό. Χωρίς να γίνω ήρωας, χωρίς να επιζητώ τον θαυμασμό σας. Δεν μπορώ, άραγε;»


Ο Μάλικ, ένας κατ’ εξοχήν ανθρωπιστής κινηματογραφιστής («Λεπτή κόκκινη γραμμή», «Το δέντρο της ζωής»), επιλέγει να επιστρέψει, μάλλον όχι τυχαία, στη εποχή της ανόδου του νεοναζισμού στην Ευρώπη, με μία ιστορία που έχει στο κέντρο της την δύναμη της ατομική αντίστασης, της μαγικής δηλαδή εκείνης στιγμής, κατά την οποία ο άνθρωπος, με γνώμονα την συνείδησή του, διαχωρίζεται και ορθώνεται τεράστιος μπροστά στις μαζικές επιταγές, όσο μικρός κι αν είναι. Κι όσο βίαιες και σκληρές κι αν είναι αυτές...


Ο αγώνας του κάθε ανθρώπου προς αυτό το «ιερό και το όσιό» του, προς την κάθε ψυχική του ανύψωση, είναι ατομικός, ανηφορικός, επίπονος και στην ουσία άσχετος από τις τυπικότητες των θεσμών και την ψυχαναγκαστική και άκριτη ακολουθία των κανόνων τους. (Καίτοι θρησκευόμενος, ο ίδιος ο καρδινάλιος δεν μπορεί να τον αποτρέψει από την απόφασή του).


Ας σταθούμε όμως λίγο ακόμα στο θέμα της θρησκείας και στο χαρακτηριστικό αυτό του ήρωα, την ιδιότητα δηλαδή του θρησκευόμενου, καθώς ακόμα και εκεί θα διαπιστώσουμε κάποια έκφραση της ελευθερίας του να «είναι». Ναι, ο Γιαγκερστάτερ φαίνεται να κάνει αυτό που του επιτάσσει η πίστη του και ο Θεός του. Να μην μπορεί να κάνει διαφορετικά γιατί είναι χριστιανός. Δεν πρόκειται όμως για κάποια ασυνείδητη αγκύλωση που τον κρατάει άκριτα δεσμευμένο. Γιατί είναι ο πιστός, που πριν πιστέψει έχει «ερευνήσει» και έχει ερμηνεύσει, – όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται αυτό – έχει ερμηνεύσει τις διδαχές της θρησκείας του, έτσι ώστε να τις ταυτίσει με τον τρόπο που η ιδιοσυγκρασία του του επιτάσσει να ζει. Εν προκειμένω, με αδιαπραγμάτευτη αγάπη για το συνάνθρωπο, με καλοσύνη και κυρίως με βασική αρχή την ελευθερία του ανθρώπου να επιλέγει την σωτηρία του ή τον χαμό του. Πριν πιστέψει λοιπόν, έχει επιλέξει σε τι θα πιστέψει. (Στην ίδια θρησκεία πίστευαν όσοι Γερμανοί ή Αυστριακοί δεν αντιστάθηκαν, η συντριπτική πλειοψηφία τους δηλαδή).


Μέσα λοιπόν σε αυτή την πίστη υπάρχει ο ίδιος του ο εαυτός, η προσωπική του επιλογή να προσδιορίζει με αυτό τον τρόπο το θείο. Κι αν ακόμα δεχτούμε την άποψη ότι πρόκειται για μία θρησκεία που αξιωματικά σχετίζεται με την καλοσύνη, που ενώ από μόνη της είναι ανθρωπιστική, έχει επίτηδες παρερμηνευτεί και «κακοποιηθεί» από τους πιστούς και τους επίσημους θεσμούς της επί αιώνες, εδώ έχουμε την περίπτωση ενός ουσιαστικού, αληθινού και συνειδητοποιημένου της ακολούθου. Ο Γιαγκερστάτερ απευθύνεται στο δικό του Θεό. Μιλάει απευθείας και άμεσα μαζί του, χωρίς ενδιάμεσους και μεταφραστές. Εκείνον ακολουθεί, και μόνο σε εκείνον θα λογοδοτήσει.


Αυτό που έχει την μεγαλύτερη σημασία όμως, στην αντίστασή του, είναι ότι πρόκειται για έναν αγώνα πολύτιμο και διαμορφωτικό της “ασχήμιας” του κόσμου. Ενός κόσμου, που παρά την μαζικότητα του, εξακολουθεί να αποτελείται από αμέτρητες εν δυνάμει ελεύθερες ατομικότητες, που τολμούν να δρουν σαν τέτοιες.


imdb.gr

Και για να επιστρέψουμε σε όλα αυτά τα ερωτήματα με τα οποία ξεκινήσαμε, ερωτήματα που θέτει ουσιαστικά αυτή η απίστευτη ιστορία, η μόνη δυνατή απάντηση είναι η επιβεβαίωση ότι αυτή, θα λέγαμε «η κοινοτυπία του καλού»*, επιχειρείται σιωπηλά αλλά διαχρονικά γύρω μας, μέσα σε αυτό τον πολύπαθο κόσμο που ζούμε. Και τί πιο αισιόδοξο για την αμφίβολη τύχη του από περιπτώσεις σαν και αυτή, όπου ο απλός και ανεπιτήδευτος άνθρωπος αντιστέκεται απέναντι σε όλα, ακόμα και απέναντι στην επιθυμία του να ζήσει, προκειμένου να ασκήσει την ελευθερία του να σκέφτεται και να επιλέγει, μία ελευθερία που με αμετακίνητη πίστη υποστηρίζει ότι του δόθηκε αυτομάτως από τη γέννησή του; (είτε από τον Θεό είτε από την ίδια τη φύση του).


Εξαιρετικές ερμηνείες (Άουγκουστ Ντίελ και Βάλερι Πάτσνερ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους), υπέροχη φωτογραφία, με μία σκηνοθεσία που πλαισιώνει αρκετά στυλιζαρισμένα – η αλήθεια είναι, κατά σημεία - ένα δυνατό, ποιητικό σενάριο. Κυρίως όμως, μία ταινία ικανή να δημιουργήσει, πέρα από ποικίλους προβληματισμούς, τη συγκίνηση και την πολύτιμη αισιοδοξία σχετικά με την επιμονή της «καλής» φύσης του ανθρώπου, στον ίδιο χρόνο που απέναντι της στέκεται η «χειρότερη», η “δυνατή για τα μεγαλύτερα δεινά”, ικανή και έτοιμη μεν να τον σκοτώσει, αλλά παντελώς ανίκανη να τον κάνει να υποδουλωθεί.


Ο άνθρωπος κατά καιρούς κάνει το καλό συνειδητά, δίνοντάς μας γενναιόδωρα ελπίδα ως προς ένα είδος, που πιο συχνά παρατηρούμε να αρέσκεται να καταστρέφει και να καταστρέφεται.


*σε αντιπαραβολή με την θεωρία της «κοινοτυπίας του κακού» της Χάνα Άρεντ, με την οποία η τελευταία προσπάθησε να αιτιολογήσει – και όχι να δικαιολογήσει όπως άδικα κατηγορήθηκε – την ευκολία και τον μηχανικό, ακατέργαστο τρόπο με τον οποίο ο απλός, υποταγμένος και υπνωτισμένος από τις επιταγές άνθρωπος μπορεί να κάνει το κακό (επίσης με αφορμή την φρίκη των γεγονότων του Β’ παγκοσμίου πολέμου).


Βλ. «Ο Άϊχμαν στην Ιερουσαλήμ, η κοινοτυπία του κακού» , εκδόσεις ΘΥΡΣΟΣ, 1995.

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png